FreeCinema

Follow us

ΤΟ ΔΙΧΤΥ (2016)

(GEUMUL)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κιμ Κι-Ντακ
  • ΚΑΣΤ: Σιανγκ-μπαμ Ριου, Λι Γουόν-γκιαν, Χιουν-Α Σουνγκ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 114'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: DANAOS FILMS

Φτωχός αλιέας της Βόρειας Κορέας περνάει άθελά του στην εχθρική Νότια. Οι αρμόδιοι θα τον περάσουν από κόσκινο γιατί τον επιθυμούν δικό τους. Το μόνο που επιθυμεί αυτός είναι να γυρίσει στη γυναίκα και την κορούλα του. Εκεί ή εδώ, τι τον περιμένει;

«Δεν έχω την ικανότητα να βρω έναν μεσαίο χώρο για το κοινό μου, κι αυτό το ξέρω πολύ καλά», είχε πει κάποτε, νεαρότερος, ο πιο εξαγώγιμος (ο Ιμ Κουόν-ταέκ παρέμεινε για δεκαετίες χαϊδεμένος μόνο θεωρητικών και Φεστιβάλ της Δύσης), πιο αμφιλεγόμενος (προτού ξεσηκώσει παγκόσμιο ντόρο το αδιαφιλονίκητο ταλέντο του Παρκ Τσαν-γουκ με τις δικές του ακρότητες στο πανί) και παραγωγικότερος (συχνά με δύο ταινίες ετησίως, εξαιρουμένης της τριετούς ανάπαυλας που προηγήθηκε του «Pieta») από τους υψηλού προφίλ κινηματογραφιστές της νοτιοανατολικής ασιατικής χώρας. Στα 56 του πια, ήγγικεν η ώρα να διαψεύσει εαυτόν με μια ταινία που, ορατά υφιστάμενη τις συνέπειες του να βάζεις νερό στο κρασί σου, ρίχνει πάντως εκτιμητέα άγκυρα επιτέλους σ’ αυτή την κινούμενη άμμο της συνάντησης mainstream και ειδικών γούστων ακροατηρίων. Ακόμη πιο ενδιαφέρον; Το κάνει πατώντας θεματολογικά ακριβώς πάνω σ’ ένα σαν σκορπίνας αγκάθι που πονάει όσο ποτέ τη χώρα του ομοίως πάνω-κάτω (από τη μία η διαφαινόμενη ανάληψη διεθνούς στρατιωτικής δράσης εναντίον των απειλών της πλήρως εξοπλισμένης κομμουνιστικής Πιονγιάνγκ κι από την άλλη η καθαίρεση στη Σεούλ της πρώτης δημοκρατικά εκλεγμένης Προέδρου του κράτους λόγω εμπλοκής σε σκάνδαλο διαφθοράς), αυτό της αδυναμίας συνύπαρξης των δύο πασχόντων μελών ενός διαιρεμένου γεωγραφικού σώματος. Ποιος θα βογγήσει αν όχι ο (αδύνατο να μην τσιμπήσει το δόλωμα και να μην πιαστεί κι αυτός στο αγκίστρι) απλός… άνθρωπος;

Σ’ έναν σύγχρονο σχεδόν μύθο διδαγμάτων απ’ τον πάλαι ποτέ σπουδαστή ιερατικής σχολής, που το γύρισε σε ζωγράφος του δρόμου και αξιωματικός του στρατού προτού αυτοδιδαχθεί σε enfant terrible του art-house, το θεματικό chic μοιάζει να εμπνέεται, έστω ακροθιγώς, από δύο παλιότερες δουλειές του: το μεθοριακής θερμής εμπλοκής και ασφαλίτικου εσωσπαραγμού «Hae Anseon» του 2002 και το φυλακόβιου διακόσμου (μείον τα ρομάντζα) «Soom» του 2007. Προτού όμως, κλείσει στο ίδιο κελί το «Απ’ τη Μόσχα στο Σούπερ Μάρκετ» του Πολ Μαζέρσκι (1984) με το «Five Fingers» του Στιβ Λάρκιν (2008) για κάτι που στον λιγότερο… σκληροπυρηνικό κινηματογραφόφιλο θα θυμίσει μια πιο εκ των ένδον των επίσημων Αρχών εκδοχή του «The Terminal» του Στίβεν Σπίλμπεργκ (2004)! Είναι πολύ λιγότερο βασανιστικό απ’ όσο ακούγεται, μιας και ο Κιμ είναι εδώ εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος να καταπνίξει τις εγκυμονούσες (νοήματα και ατμόσφαιρες) σιωπές του για να τραβήξει το κουπί τού βιωνόμενου εφιάλτη τού φουκαρά, που η κακιά στιγμή θα μετατρέψει πρώτα σε άθυρμα και μετά σε καταγγελτικό σύμβολο του πιο μακραίωνου Ψυχρού Πολέμου στον πλανήτη, αποτέλεσμα του μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο διχασμού ενός έθνους, τις δύο νέες αντίπαλες πραγματικότητες του οποίου ενώνουν ακόμα κι ανεπιθύμητα για τους υπηκόους του οι ιδεολογικές παρωπίδες, τα πολιτικ(ά ορθ)ά προσχήματα, η σε βαθμό ακόμη κι αστείας παράνοιας μετακαφκική παγίδευση της αβοήθητης μονάδας στα γρανάζια – κόλαση της ρυθμιστικής εξουσίας. (Πόσο αλλαγμένος) θα βγει απ’ το καθαρτήριο;

«Η παλίρροια πάει νότια κι είναι ισχυρή!», θα προειδοποιήσουν (φυσικά αμφισήμαντα, έξοχα) οι συμπατριώτες του συνοριοφύλακες τον οικογενειάρχη βιοπαλαιστή Ναμ Τσουλ-γου προτού το μπλεγμένο στην προπέλα παραγάδι ακινητοποιήσει τη σαπιόβαρκά του, που θα παρασυρθεί στην από κάθε άποψη απέναντι όχθη. Οι… ανωτέρω Νότιοι θα τον περιμαζέψουν, θα επιχειρήσουν να τον ξετρυπώσουν ως κατάσκοπο κι ας μην είναι (;), θα το βάλουν σκοπό τους να αποστατήσει επειδή η επαναπροώθησή του στα πάτρια αποκλείεται για λόγους πρωτοκόλλου και prestige. Επιβάλλεται να τον σώσουν από τα δεινά της εξαχρειωμένης σοσιαλιστικής χαμοζωής του και προς τούτο θα χρησιμοποιήσουν το καλό (ένα δεοντολογικό σε βαθμό metrosexuality καρακώλι) και το κακό (τον με λερωμένο μητρώο σε παρόμοια υπόθεση αντίποδά του) γιατί «σου έχουν κάνει πλύση εγκεφάλου και δεν ξέρεις τι θα πει ελευθερία!». Αλλά ο κακομοίρης δεν το θέλει και θα αντισταθεί σθεναρά με ό,τι διαθέτει: εθνικοφροσύνη, ηθική κι ηθικό, αντρειοσύνη, την εκπαίδευσή του στο πιο μαζικά πληθυσμιακά στρατοκρατούμενο μέλος του ΟΗΕ. Πεταμένος χωρίς σωσίβιο, πελαγωμένος καταμεσής του πολιτισμού τού χρήματος, όμως, πώς θα κολυμπήσει αβρόχοις ποσί, πώς θα ξεβραστεί πίσω σ’ αυτά που ήξερε;

Όπως συνήθως υπέρ της υπό δοκιμή ουμανιστικής ψίχας του ατόμου, αλλά όχι πια μέσω του υπερβατικού εκφραστικού καναλιού τής ομορφιάς τής βίας όπως στις πιο… χτυπητές ταινίες του, κι εν προκειμένω εναντίον των καπηλευτικών κέντρων τού δογματικού εθνικισμού ακόμη κι αν αυτός προέρχεται απ’ τον λιγότερο εκ των δύο υπόπτων (όχι τα σταμπαρισμένα πανταχόθεν εδάφη των «κόκκινων» αλλά τα θεωρούμενα εκσυγχρονισμένα, αυτά που γέννησαν τον σκηνοθέτη), ο Κιμ αναγκάζεται να πάει με τα νερά των αντιπροσωπευτικών, κοντά στην καρικατούρα σιλουετών των good cop / bad cop εκπροσώπων των θεσμών. Τσαλαβουτάει ή πλατσουρίζει πιο επιφανειακά στο (επιφορτισμένο, πάντως, να συλλάβει και την ακολουθούμενη επίσημη οδό εν τοιαύτη περιπτώσει, αλλά και τις malaises και τις διχοτομήσεις που επιβιώνουν στην προχώ Νότια Κορέα) procedural γραφείου και τις τακτικές, ειδικά στο υπερπαίξιμο ξεσπασμάτων του ασυνείδητου μπασκίνα και στο εν γένει φλωράδικο του by the book και ψυχούλας συναδέλφου του, που πιστεύει στην αθωότητα και παραστέκεται στον αιχμάλωτό του.

Πιο μεγάλα ψάρια πιάνει η ταινία στην περσόνα του Ναμ Τσουλ-Γου (και στο μούτρο του Σιανγκ-μπαμ Ριου), που ο Κιμ σκιτσάρει πληθωρικά, με τις αντινομίες του: ως βλάχο εμβρόντητο ενώπιον πρωτόφαντων πειρασμών αλλά και στεντόρειο αρνητή τους (ελέω ενός μείγματος πιστεύω που τον γαλούχησαν και φόβου μιας τιμωρίας post παλιννόστησης, απολύτως ανάγλυφη βάση), του κλώτσου και του… μπάτσου αλλά και ικανού να παίρνει το αίμα του πίσω, έρμαιο του λαβυρίνθου του αλλά και ικανού να τον προχωρήσει μέχρι το τέρμα για να βρει την έξοδο, με μπέσα απέναντι στον πλησίον αλλά επιρρεπή στην αμαρτία της παράβασης του νόμου, αθώο λόγω βλακείας και ένοχο λόγω του πονηρέματος που θα τον καταστήσει κατά τι πιο αμαρτωλό. Ακόμη κι αν εκ των υστέρων μισοπείθει η ανικανότητά του να υποψιαστεί εκείνο(ν) που θα τον μπλέξει στη μυστικοϋπηρεσιακή τροπή της πλοκής, εκτός πια των τειχών της hotspot μπουζούς του, ό,τι προηγείται και ό,τι έπεται αποδεικνύεται το εξιστορητικά πιασάρικο στήσιμο της παρακολουθούμενης από κοντά υπόθεσης ενός νοματαίου εγκλωβισμένου σ’ ένα υψηλότερο απ’ αυτόν no man’s land, όπου γης (διπλής).

Πλάι σ’ ένα γυναικείας οδού της απωλείας (σταθερά του κιμ-ικού corpus) sketch σύσφιγξης που διαδέχεται τα «Ο Θάνατος και η Κόρη»-χωρίς-την-ανατροπή-και-σε-φάση-κατά-λάθος-παράτυπος-μετανάστης επεισόδια δωματίων του μεγαλύτερου μέρους, ο Κιμ, πάντα κύριος της φόρμας με επόπτη το σταθερό πλανάρισμα και ειρκτή το μοντάζ, μυεί τον ήρωα (και τη θεματική του επίσης) στον Μεγάλο Αδελφό (εν πλήρει θέα σ’ έναν πεζόδρομο καταναλωτισμού στην πρωτεύουσα της πατρίδας της Samsung, φιλόξενη οικοδέσποινα και των αλλοδαπών μεγαθηρίων του εμπορίου), ενώ οι Συμπληγάδες που κλείνουν πίσω απ’ το καρυδότσουφλό του στην απόληξη θα του φάνε κάτι, εξόν των δικαιωμάτων του. Θα βρει ξανά το παλιό λιμάνι του; Το κοριτσάκι του και οι ίσες αποστάσεις (που κι ο καπετάνιος σκηνοθέτης γενικά κράτησε στηλιτευτικά κόντρα στις… μεγάλες δυνάμεις, ακόμα και σ’ έναν δικτάτορα – cartoon, κατά το τρικυμιώδες ταξίδι τού μούτσου στη γαλέρα του) στο καδράρισμα – κλειδί του φινάλε το λένε ωραία: το άτομο φύσει είναι αγαθό, αν δεν το(υ) χαλάσει η μηχανή – και τότε ακόμη υπάρχει μια ευκαιρία εξιλέωσης, ένας (είπαμε, από μηχανής) Θεός, ωστόσο. Το παπαδοπαίδι μες στον κιτρινιάρη δεν κρύβεται ούτε δω. Αλλά αέρα στα πανιά του…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ένα από τα 3-4 καλύτερα και ταυτόχρονα οπωσδήποτε το προσιτότερο στον αψύλλιαστο θεατή μπάρκο τού auteur εδώ και σχεδόν μια δεκαετία. Το fan club του, εάν δεν φτιάχνεται μόνο με υγρές ή μη ανωμαλίες, θα ανταποκριθεί γενικά θετικά. Πολύ νηνεμία, παρά τα ψυχοσωματικά ζόρια στις υπό κράτηση «φάσεις», για τους χαρντκοράδες του asian genre που εντούτοις δεν θα ξεράσουν και πιθανώς να την ψιλοβρούν. Το «Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο» των σχιστομάτηδων δεν είναι πάντως, η μαρίδα των multiplex να μην κολυμπήσει ανάποδα στο ρεύμα για να το βρει ντε και καλά. Καθόλου ζαργάνα, η μετάφραση έχασε την ευκαιρία να αποδώσει, επιτέλους για μια φορά, σωστά (Κιμ Τζονγκ-ουν, ακούγεται πεντακάθαρα τουλάχιστον δύο φορές στο φιλμ) το όνομα του σταλινίσκου που σχεδόν το σύνολο των επιπόλαιων εγχώριων Μέσων κακοποιεί συστηματικά επί χρόνια.

MORE REVIEWS

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΝΕΓΡΟΣ ΣΟΥ

Μέσα από κείμενα του συγγραφέα Τζέιμς Μπόλντουιν, τούτο το ντοκιμαντέρ αναλύει την αμερικανική Ιστορία σε συσχετισμό με το ρατσιστικό συναίσθημα και τη βία κατά των μαύρων πολιτών, με άξονες την αντιμετώπιση του φυλετικού ζητήματος από το σινεμά του Χόλιγουντ και τρεις περιπτώσεις δολοφονημένων ηγετικών μορφών της πάλης για ίσα δικαιώματα στις ΗΠΑ.

LINES

Ελλάδα. Μια νύχτα κρίσης. Επτά άτομα, λυγίζοντας, καταφεύγουν στην ίδια hotline βοήθειας - αλλά δεν τους συνδέει μόνο αυτό. Μιλάτε, (δε) σας ακούμε...

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΨΑΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ

Ένας μικρός καρχαρίας «μπαμπού» θα κάνει τα πάντα προκειμένου να προστατέψει μια ντουζίνα καρχαριάκια από τα χέρια δυο ανήλικων λαθροκυνηγών, επιστρατεύοντας τη βοήθεια των πιστών του φίλων.

HAPPY END

Μεγαλοαστική οικογένεια της Βόρειας Γαλλίας έχει βυθιστεί στην απαθή εσωστρέφεια του πλούσιου βίου της. Αυτοκτονικός παππούς, εργασιομανής κόρη, άπιστος γιος, ανεπρόκοπος εγγονός, ένοχη εγγονή. Happy end; Last year.

ΑΡΔΕΝΝΕΣ

Δύο αδέλφια κακοποιοί χωρίζονται όταν μια ληστεία πάει στραβά και ο ένας καταλήγει στη φυλακή. Μερικά χρόνια μετά, ο άλλος έχει ακολουθήσει έναν «καθαρό» δρόμο, προφανώς και όχι το μοναδικό πράγμα το οποίο θα τους φέρει σε σύγκρουση.