FreeCinema

Follow us

ΑΔΕΛΦΙΚΟΙ ΕΧΘΡΟΙ (2018)

(FRÈRES ENNEMIS)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματικό Αστυνομικό Θρίλερ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νταβίντ Ελοφέν
  • ΚΑΣΤ: Ματίας Σχούναρτς, Ρεντά Κατέμπ, Αντέλ Μπενσερίφ, Φιανσό
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 111'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ

Στο Παρίσι δεύτερης γενιάς εμιγκρέδες gangster και μπάτσος, από μακριά κι αγαπημένοι, βλέπουν συμφέροντα και συναισθήματα να μπλέκουν άσχημα όταν «δουλειά» με «σκόνη» αφήνει τέζα το τρίτο παλικάρι της παιδιόθεν δεμένης παρέας τους. Γυρεύοντας εκδίκηση (αλλά από ποιον;), μαζί μπορούν;

Εντάξει, τώρα ξέρουμε το weapon of choice του Νταβίντ Ελοφέν: αμφιανδριάντες έντασης με ρυθμιστικές της έμφυλης έκφρασης και των ανθρώπινων σχέσεων αξίες στο απόσπασμα προς… κρίση κι επαναπροσδιορισμό. Έκανε μπαμ στο απρόβλητο στην Ελλάδα μετά-τριβών-δεσμών-αίματος «Nos Retrouvailles», βρόντηξε το ντουφέκι στο ο-Καμί-ως-βορειοαφρικανικό-γουέστερν «Μακριά από τους Ανθρώπους» και, ξανά, με αλλαγμένο διαμέτρημα, μετράει πτώματα σ’ αυτή την τρίτη μεγάλου μήκους του. Κάποια απ’ αυτά είναι στο στρατόπεδό του, αλλά, κι έτσι, κρατάει στο τσακ εαυτόν και το είδος ζωντανούς.

Το genre τούτη τη φορά είναι το policier, και δη της υποκατηγορίας της πώς τα φέρνει-η-ζωή σύγκρουσης παιδικών κολλητών εκατέρωθεν του νόμου. Αν το τελευταίο τέτοιο δείγμα που μπορείτε να ανακαλέσετε ή σας έκανε εντύπωση είναι «Ο Πληροφοριοδότης» του Σκορσέζε, α) δεν κυνηγάτε καθόλου φανατικά τη συγκεκριμένη σπείρα β) μην αισθανθείτε ένοχοι αν σε κάποια… γυρίσματα σας θυμίσει το φιλμ του Μάρτι γ) έχετε ήδη συλλάβει ταυτόχρονα κάποιους από τους καλούς και τους κακούς (παράγοντες) που συγκρούονται εδώ. Πρώτο και βασικό πλημμέλημα του Ελοφέν; Αργεί χαρακτηριστικά να χαφιεδίσει για τη φιλία που κάποτε ένωνε τους δύο ήρωές του, και όταν, σχεδόν στη μέση, το κάνει, τα ακόλουθα pas de deux τους μοιάζουν να γίνονται εν πολλοίς επί τούτου, να μην έχουν καθαρό exit wound στην υπόθεση, πόσω μάλλον πρωτότυπο.

Κι όμως, χωριστά, έχουν αμφότεροι κάνει δυναμικά ντου. Ο αλγερινής καταγωγής Ντρις της Δίωξης Ναρκωτικών σε πολυκατοικία για μπουζούριασμα ντιλεριών, που μάταια επικαλούνται την κοινή καταγωγή τους, την οποία αυτός (απ)αρνείται. Ο μαροκινής φύτρας Μανουέλ σε σπιτική γιορτή καλωσορίσματος του αποφυλακισμένου νονού τού γιου του για εναγκαλισμούς με τη φάρα, κακούργων και μη, προεξάρχοντος ενός άλλου Νονού πατριάρχη. Την επομένη κιόλας, μεταφορά προς αγοραστή μεγαλέμπορο τού ενός τρίτου απ’ τα 60 κιλά «άσπρης», που ο Μανού κι ο επιστήθιός του Ιμράν (κρυφός πληροφοριοδότης τού Narco) έχουν φέρει αυτοπροσώπως λαθραία μέσω Πορτογαλίας, εξελίσσεται σε καθ’ οδόν εκτέλεση συμβολαίου εις βάρος τους. Ο Μανουέλ, μόνος διασωθείς, θα βρεθεί στο επίκεντρο ενός κλοιού άγνωστων θηρευτών, υποψιών εις βάρος του καθώς η γειτονιά βοά ότι αυτός είχε διατάξει το χτύπημα, ερευνών των Αρχών, και της εν προόδω αναγκαστικής συμμαχίας με το άλλοτε mec του καρακώλι, το οποίο έχει (τύψεις για το) μερίδιο ευθύνης (του) στην όλη στραβή. Πάντα κρυφά από την υπηρεσία του, θα μπορέσει να βοηθήσει τουλάχιστον αυτό, το νέο καρφί του να μείνει ζωντανό και να βρει την άκρη, παίρνοντας το αίμα του(ς) πίσω;

Την αίτηση χάριτος του Ελοφέν καταθέτει καταρχήν το κοφτό, ρεαλιστικό ύφος, ιδίως στις φυσικές εκπυρσοκροτήσεις του. Ακόμη κι αν θέμα (τα ‘παμε), δομή (μία-σου-και-μία-μου σκηνές πριν από και σε μεγάλο βαθμό ακόμη κι ύστερ’ απ’ τη συστράτευση των άσπονδων πρώην potes) κι αισθητική (ευέλικτος φακός σε ξεβαμμένη παλέτα, που αθμαίνει φιδίσια στη δράση) θυμίζουν ανά σημεία ακόμη και σύγχρονη γαλλική τηλεόραση, πότε serial πότε τηλεταινία, με τσιράκι τους βόμβους και τα ηλεκτροημιτόνια των Superpose οι τρεις σεκάνς αδρεναλίνης (το μακελειό στο αμάξι και το καταφύγιο στο κάτω μέρος ενός φορτηγού, ένα δεύτερο hit μετά καταδίωξης σε κτήρια, η μπούκα για εκδίκηση και το στάκαμαν στο άντρο του διατάξαντος) διαπρέπουν ως στήσιμο και πραγμάτωση λήψεων κι ως σασπένς γομώσεις εν μέσω τού εν γένει δυσοίωνου πλαναρίσματος του μέρα-νύχτα αστικού ιστού των banlieues, της φυλακής ομού των δύο amis που βρέθηκαν απέναντι.

Εγκλωβισμένοι στο ίδιο maison από άσφαλτο και μπετόν και στις απατηλά επιτυχημένες επιλογές τους με σκοπό να υπερβούν το λαϊκό μαγκρεμπίνικο ριζικό τού πολίτη δεύτερης κατηγορίας, ο ένας κόβοντας τις ρίζες του και φτάνοντας να (παρα)κάμπτει το δίκαιο που υπηρετεί, κι ο άλλος μένοντας πιστός σ’ αυτές παραδομένος στο ζιζάνιο της παρανομίας που τις τριγυρίζει, και στην πορεία κινδυνεύοντας να πάρουν κι οι δύο στον λαιμό τους γυναικόπαιδα, γονείς, καρντάσια, ο Ντρις κι ο Μανού γίνονται τα polar σημαίνοντα της αλληγορίας του Ελοφέν για τα ολέθρια αντίπαλα άκρα στο ανυπέρβλητο άτυπο γκέτο των χωνεμένων μετοίκων τής δημοκρατίας της Marianne. Η δύναμη πυρός τού auteur, μυημένου στα τι και πώς του υποκόσμου μέσω pre-production συνεντεύξεων με κουμάσια στη στενή ή εκτός αυτής, είναι αυτές οι δύο σιλουέτες παρά οι παρατρεχάμενές τους (με πιο ανάγλυφη την πρώην τού Μανού και πιο έκθετη τη σύζυγο του Ιμράν, εξαιτίας και της τόσα χρόνια μετά άβγαλτης στο υποκριτικό κουρμπέτι Σαμπρίνα Ουαζανί), οι σεσημασμένοι διάλογοι (προσέξτε, ωστόσο, το ανέκδοτο για τους beurs επαίτες, τα λέει όλα) και η ικανότερη μυθοπλασία που υπακούουν στην omertà του μοντέρνου νουάρ.

Πελάτες πιθανοί εντολοδότες δεινών, κινητά τηλέφωνα μίτοι της Αριάδνης, μουλωχτοί φατριασμοί, σπαστικά προσκόμματα από συνεργάτες κι ανωτέρους τη τάξει, το φλέγον πλέγμα ατομικής και συστημικής ηθικής και φυσικά οι αναπόφευκτες προδοσίες τρέχουν χωρίς διαρροές (σ)τη δραματουργία, με δύο ακόμα λαβώματα όμως. Τα αραιά επεισόδια γραφείου ή quartier του μπασκίνα με τους δικούς του partners in crime χαρακτηρίζονται, υπερβολικά αφαιρετικά, από μια (και χωροταξική) αυτοτέλεια του ρόλου η οποία βολεύει την αφήγηση αλλά υστερεί σε πιστότητα ιχνογράφησης μικροκόσμου, ανέλιξης της πλοκής και διαλεύκανσης των κινήτρων τού φισφιρή: φιλοδοξία για γαλόνια δεν τρέφει, ιερή αποστολή να καθαρίσει τα προάστια απ’ τις ουσίες δεν δείχνει να θεωρεί ότι έχει, τους πρώην κοντινούς του που έχουν ξεστρατίσει τους νοιάζεται ακόμα, τους χρησιμοποιεί και τους χαντακώνει στεγνά μόνο και μόνο επειδή «je suis flic, OK?»; Τέλος, το ύστατο θύμα της τραγικά τιμωρητικής έκβασης αποδεικνύεται ψιλοαπογοητευτικά, λες και βλέπουμε Μελβίλ, όχι το πρόσωπο στο οποίο επί ώρα φαινόταν να εναποτίθεται αδιόρατα μοραλιστικά το κύριο φταίξιμο αλλά αυτό που η Θέμις θέλει να πληρώσει. Επανορθώνει μερικά η έμπνευση να κρατηθεί εκτός κάδρου, άγνωστος αλλά υπονοούμενος ωραία (σε φάση «από την πιάτσα στη φαμίλια μια σφαίρα δρόμος») ο δράστης. Ολικά καθαρίζουν, εννοείται, τα ψυχοσωματικά οπλοστάσια των Σχούναρτς και Κατέμπ, τους οποίους ο Ελοφέν έχει στο χέρι στις καλύτερες ερμηνείες τους εδώ και χρόνια. Λογαριαστείτε…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Άμεσος φυλάκισις για όσους έχουν μητρώο στα συναφή, αλλά ο πλήρης σωφρονισμός μάλλον αποκλείεται. Το déjà vu παραφυλάει στη γωνία κι όσους δεν ανήκουν ντε και καλά στην κλίκα αλλά θα κοπιάσουν είτε για τον Φλαμανδό πρωταγωνιστή είτε για τον καθοδηγητή του – ο πρώτος βάζει κάτω τον δεύτερο. Όσοι δεν μπορούν τα ντετεκτιβικά και τον ντουβρουτζά και τα γαλλικά, επισκεπτήριο αλλού.

MORE REVIEWS

ΡΟΜΑ

Στο Μεξικό των αρχών της δεκαετίας του ’70, μια πολυμελής οικογένεια αστών αποχαιρετά τον μπαμπά που φεύγει «ταξίδι για δουλειές», ενώ η αγαπημένη τους υπηρέτρια Κλεό ανακαλύπτει πως έχει μείνει έγκυος από ένα αγόρι που «εξαφανίζεται» με το που μαθαίνει τα νέα.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΑΤΕ ΑΠΟ ΔΩ

Τσιλιαδόροι αυθαίρετης οικοδομικής εργασίας παριστάνουν για μία μέρα τους κουλουρτζήδες σε δρομάκο. Μέσω απροόπτων, θα διέλθουν η σάρα και η μάρα. Τι θα πει ο στόμας τους; Εεε...

SPIDER-MAN: ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΑΡΑΧΝΟ-ΣΥΜΠΑΝ

Έπειτα από τσίμπημα μεταλλαγμένης αράχνης, έφηβος Νεοϋορκέζος μαθητής ανακαλύπτει πως έχει αποκτήσει υπερφυσικές ικανότητες παρόμοιες με αυτές του Spider-Man. Ενώνει τις δυνάμεις του με ένα τσούρμο εναλλακτικών αραχνο-ανθρώπων που καταφθάνουν από άλλες διαστάσεις και μαζί προσπαθούν να εξαλείψουν θανάσιμο κίνδυνο που απειλεί τους πάντες, σε όποια πραγματικότητα κι αν βρίσκονται.

Ο ΑΣΠΡΟΔΟΝΤΗΣ

Οι περιπέτειες του Ασπροδόντη, του μικρού λυκόσκυλου που γνώρισε το σκληρό, αλλά και το ευγενές πρόσωπο των ανθρώπων, σε ένα οπτικά πανέμορφο animation δια χειρός του βραβευμένου με Όσκαρ Αλεξάντρ Εσπιγκάρες.

Ο ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής της Αμερικανίδας δημοσιογράφου Μαρί Κόλβιν, η οποία εργαζόταν επί σειρά ετών ως πολεμική ανταποκρίτρια για τους Sunday Times. Ο βομβαρδισμός της πόλης Χομς κατά τον Συριακό Εμφύλιο ήταν το τελευταίο της reportage. Βασισμένο (φυσικά) σε αληθινά γεγονότα.