FreeCinema

Follow us

FRANKENWEENIE (2012)

  • ΕΙΔΟΣ: Animation
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τιμ Μπέρτον
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 87’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Ο Σπάρκι, ο αγαπημένος σκύλος του Βίκτορ, μας αφήνει χρόνους κάτω από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Θα μπορέσει ο ανήλικος ιδιοκτήτης του να του δώσει ξανά ζωή, ακολουθώντας τα βήματα της επιστήμης (άντε, και του δόκτορος Φρανκενστάιν…);

Ο τρόπος που ξεκινά το «Frankenweenie» φέρνει στο νου το… «Hugo» του Μάρτιν Σκορσέζε! Και τα δύο φιλμ φτιάχτηκαν από ανθρώπους που αγαπούν το σινεμά, έστω και από μια εντελώς διαφορετική οπτική – αισθητική. Και οι δύο ταινίες είναι 3D. Και στις δύο περιπτώσεις, ο ανήλικος ήρωας φαντάζει σαν το alter ego του δημιουργού του, που επιστρέφει στην παιδική ηλικία για να βρει την πρώτη του μεγάλη αγάπη: το σινεμά.

Τα πρώτα πλάνα του «Frankenweenie» (το οποίο έχει τις ρίζες του στο ομώνυμο μικρού μήκους φιλμ που είχε γυρίσει για λογαριασμό της Disney ο Μπέρτον, πίσω στο 1984) απεικονίζουν μια ταινία… μέσα στην ταινία, με τα χαρούμενα μέλη της οικογένειας του Βίκτορ, με 3D γυαλιά (τρελό κλείσιμο ματιού για τη σημερινή εξέλιξη του home viewing!), να απολαμβάνουν μια από τις ερασιτεχνικές του (υπερ)παραγωγές, με πρωταγωνιστή το… δεινόσαυρο Σπάρκι. Ο Σπάρκι είναι το αγαπημένο pet σκυλί του δεκάχρονου αγοριού, που αν και δε φαίνεται τόσο δυσλειτουργικός, ούτε στο σπίτι αλλά ούτε και στο σχολείο, διακατέχεται από το σύνδρομο του αταίριαστου – μοναχικού τύπου (ακόμη ένα κλείσιμο του ματιού προς τον υποψιασμένο θεατή, ο οποίος θα αναγνωρίσει στο πρόσωπο του Βίκτωρ αυτοβιογραφικά στοιχεία του Μπέρτον, όχι απλά ως λάτρη του σινεμά αλλά και ως πρώιμου κινηματογραφιστή!).

Γίνεται, λοιπόν, αμέσως κατανοητό το γεγονός πως παρακολουθούμε το πιο προσωπικό έργο του σκηνοθέτη, από την εποχή του «Ψαλιδοχέρη» (1990), τοποθετημένο κι αυτό σε ένα suburban σκηνικό, παρόμοιο με τον κόσμο στον οποίο ανατράφηκε ο Μπέρτον. Έναν «ξένο» τόπο, όπου οι ενήλικες σε τίποτε δε θυμίζουν μελλοντικές «προβολές» των ανήλικων τέκνων τους και το γκροτέσκο κοντράρεται άδοξα με το clean cut της στειρωμένης καθημερινότητας και του αμερικανικού «ονείρου» θαλπωρής.

Μια και μόνο σκηνή, από το μάθημα του κυρίου Ρζικρούσκι (με μια εξαιρετική προφορά Ανατολικοευρωπαίου από το Μάρτιν Λάνταου), μας αποκαλύπτει το «δεύτερο επίπεδο» του «Frankenweenie», που κρίνει τη θέση του ανθρώπου ως εμποδίου στην τεχνολογική εξέλιξη ή και στην ίδια τη Φύση ακόμη, ένα αρκετά ώριμο σχόλιο που συνυπάρχει λειτουργικά με τις προσωπικές πινελιές του Μπέρτον, γύρω από τον κινηματογράφο και τους δεσμούς στοργής ανάμεσα σε ένα παιδί και την πρωταρχική μορφή «κηδεμονίας» στη ζωή, με την απόκτηση του πρώτου κατοικίδιου, το οποίο, αργά ή γρήγορα, ενδέχεται να δώσει και το πρώτο μάθημα περί θνητότητας.

Από τη στιγμή που ο Σπάρκι σκοτώνεται σε ατύχημα στην άσφαλτο, η ταινία σού υπογραμμίζει τη σινεφιλική της πλευρά, σαν ένα homage στις ασπρόμαυρες monster movies της Universal, κυρίως από τη θρυλική περίοδο της δεκαετίας του ’30, με πάμπολλες και παιχνιδιάρικες αναφορές, οι οποίες εμφανίζονται σταδιακά σαν ένα trivia quiz για δυνατούς λύτες και μανιακούς του είδους (αλλά και των μεταγενέστερων b-movies «κληρονόμων» του, που γνωρίζουμε πως αγάπησε από παιδί ο Μπέρτον). Ο «Invisible Man», ο «Wolf Man», η «Mummy» και ο «Dracula», σε ανατριχιαστικά παιδιάστικες… τερατογενέσεις, αναπτύσσουν (ειδικά στο τρίτο μισό του φιλμ) σεναριακές ανατροπές και subplots που δεν υπήρχαν στο μικρού μήκους του 1984, χαρίζοντας μαγικές, καρικατουρίστικες στιγμές μακάβριου χιούμορ, φιλτραρισμένες με τη στοργή ενός ανθρώπου που βρήκε μέσα τους έναν πιο «συγγενικό» κόσμο – τόπο.

Το τόσο γνώριμο για το σινεμά του Μπέρτον θέμα του θανάτου (φυσικά και υπάρχει η έστω μια, «εθιμοτυπική» σεκάνς νεκροταφείου…), φορτίζεται όχι από φόβο προς το άγνωστο, αλλά με μια συγκίνηση αθωότητας, ενός ανθρώπου που έχει βρει τη γαλήνη στην όλη ιδέα του αναπόφευκτου. Αποκορύφωμα, η… «re-animated», αριστουργηματική σκηνή της καταδίωξης του σκύλου – «τέρατος» του Βίκτορ Φράνκενσταϊν μέχρι τον ανεμόμυλο, που θα έκανε ακόμη και τον Τζέιμς Γουέιλ να δακρύσει!

Σε επίπεδο παραγωγής, δουλειάς και συνεργατών, το «Frankenweenie» παίρνει ένα καραμπινάτο άριστα. Μοναδικό το stop motion animation, με τις φιγούρες των puppets να διατηρούν τα τραχιά χαρακτηριστικά των σχεδίων του Μπέρτον και το μαυρόασπρο να ανεβάζει την ένταση στις αντιθέσεις του αποχρωματισμένου, «ζαχαρωτού» κόσμου των suburbs με τη goth σκοτεινιά του τερατώδους. Οι χώροι – μινιατούρες, αν μπορέσεις και σταθείς με προσοχή μπροστά στην εικόνα για λίγα λεπτά, θα σε κάνουν να αισθανθείς το δέος για τον κόπο και το αποτέλεσμα που ξεχειλίζει από δημιουργική αγάπη. Από τις φωνές του συνόλου του καστ, μέχρι τον ήχο και τα αντίστοιχα εφέ, αλλά και το συναίσθημα της μουσικής του Ντάνι Έλφμαν, τα πάντα συνοδεύουν ιδανικά του όραμα του Μπέρτον.

Στα τελευταία λεπτά του «Frankenweenie» μπορείς ν’ ακούσεις με καθαρότητα την ψυχή ενός από τους πιο αυθεντικούς και σπουδαίους εικονοκλάστες στην ιστορία του κινηματογράφου, που στρέφεται με ειλικρίνεια απέναντι στο αίσθημα της απώλειας, για να σου δώσει την πιο απλή συμβουλή για τη ζωή: τίποτε δε χάνεται και τίποτε δε χρειάζεται να «γυρίσει» πίσω, αν έχει μείνει για πάντα στην καρδιά σου. Ακόμη και το ίδιο σου το είναι. Εκείνης της νιότης…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Οι fans του Μπέρτον θα κλάψουν. Όσοι αγαπούν την υφή του stop motion animation (εδώ και σε 3D) θα πάθουν ταραχή με… το μαυρόασπρο! Τα παιδιά μιας κάποιας… μεγαλύτερης ηλικίας θα θελήσουν να το ξαναδούν. Οι δύσπιστοι, θα λυγίσουν με το που θα δουν το Σπάρκι να χοροπηδάει. Οι θεατές που δεν αρέσκονται στο πιο προσωπικό, «διαφορετικό» στιλ του δημιουργού ή στο μακάβριο χιούμορ, δεν πρόκειται να μάθουν τι πραγματικά εστί Τιμ Μπέρτον το 2012…

MORE REVIEWS

TOO MUCH INFO CLOUDING OVER MY HEAD

Νεαρός σκηνοθέτης πιέζεται από την παραγωγό του να αναλάβει… δουλειές του ποδαριού για να συγκεντρώσει κάποια χρήματα, μπας και ξεκινήσει ποτέ να γυρίζει τη δεύτερη ταινία του.

ΒΑΣΙΛΙΚΟΙ ΓΑΜΟΙ

Βασιλικά σκάνδαλα, παιχνίδια διαδοχής και γάμοι συμφέροντος με φόντο τα βασίλεια της Γαλλίας και της Ισπανίας του 18ου αιώνα, σε ένα φιλμ που πιο εύκολα θα έβλεπες υπό τη μορφή mini τηλεοπτικής σειράς.

50 ΦΟΡΕΣ ΑΝΟΙΞΗ

Χωρισμένη γυναίκα στο κατώφλι των πενήντα ετών και μητέρα δύο ενήλικων κοριτσιών μαθαίνει πως πρόκειται να γίνει γιαγιά ενώ προσπαθεί ταυτόχρονα να βάλει σε τάξη τα επαγγελματικά και αισθηματικά της θέματα, τα οποία εσχάτως έχουν μπλέξει.

ΤΟ ΤΑΛΕΝΤΟ

Εμπρηστικών απόψεων και συμπεριφοράς πανεπιστημιακός στην Πόλη του Φωτός κάνει ευφραδώς σκουπίδι beur πρωτοετή απ’ την Κρετέιγ που μπαίνει καθυστερημένη στο αμφιθέατρο της Νομικής και υπό κατακραυγή υποχρεώνεται απ’ τον πρύτανη να την προετοιμάσει για τον πανεθνικό διαγωνισμό ρητορικής. Αυτή θα αυτοεξεταστεί και στο παρακατιανό της υπόβαθρο και σ’ ένα σκίρτημα. Μαζί μπορούν ή θα αρπαχτούν;

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΗΜΑΙΑ

Τριάντα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου του Βιετνάμ, τρεις συμπολεμιστές ξανασμίγουν για την κηδεία του γιου ενός εξ αυτών που σκοτώθηκε σε έναν άλλο πόλεμο, εκείνον του Ιράκ.