FreeCinema

Follow us

ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ (2017)

(DUNKIRK)

  • ΕΙΔΟΣ: Ιστορικό Πολεμικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κρίστοφερ Νόλαν
  • ΚΑΣΤ: Φιόν Γουάιτχεντ, Νταμιέν Μπονάρ, Τομ Γκλιν-Κάρνεϊ, Τζακ Λόουντεν, Χάρι Στάιλς, Άνιουριν Μπάρναρντ, Τζέιμς Ντ’ Άρσι, Μπάρι Κίγκαν, Κένεθ Μπράνα, Κίλιαν Μέρφι, Μαρκ Ράιλανς, Τομ Χάρντι
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 106'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Οι συμμαχικές δυνάμεις βρίσκονται παγιδευμένες στα παράλια της Δουνκέρκης, ανήμπορες να ξανοιχτούν προς τη Μάγχη και να βρουν καταφύγιο στη Μεγάλη Βρετανία, καθώς δέχονται την αδιάκοπη επίθεση του γερμανικού στρατού από στεριά, θάλασσα και αέρα.

Δεν περιμένω, πια, να δω άλλες ταινίες από τον Κρίστοφερ Νόλαν για να βγάλω περαιτέρω συμπεράσματα περί του μεγέθους των ικανοτήτων του στη σκηνοθεσία. Προσωπικά, θεωρώ κορυφαία στιγμή της τέχνης του το «The Prestige» (2006), βάζοντας σχεδόν από δίπλα τον «Σκοτεινό Ιππότη» (2008) ως υπέρβαση των δικών του καθηκόντων απέναντι στις υποχρεώσεις ενός franchise μεγατόνων. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχω με το σινεμά του Νόλαν είναι αυτή η γνωστή «gimmicky» τακτική μιας κεντρικής ιδέας που στην αρχή μπορεί να μοιάζει έξυπνη ή πρωτότυπη, αλλά μέχρι το φινάλε της κάθε ταινίας του έχει ισοπεδωθεί από την αδυναμία της να βγάζει το παραμικρό νόημα ή να υπηρετεί τη συνοχή μιας ιστορίας. Το πιο συνηθισμένο «άλλοθι» του Νόλαν είναι ότι η πλειοψηφία των ταινιών του ανήκουν στο σύμπαν του φανταστικού, άρα κι εμείς δεν πρέπει να έχουμε… ρεαλιστικές απαιτήσεις. Περίμενα, λοιπόν, πότε θα έρθει εκείνη η ώρα που ο Νόλαν θα κριθεί για κάτι πιο… γήινο, αληθινό. Πόσω μάλλον δίχως και την υποστήριξη του αδελφού του, Τζόναθαν, στη συγγραφή του σεναρίου. Ναι, στη «Δουνκέρκη» ο βασιλιάς είναι… γυμνός!

Ας ξεκινήσω από τα θετικά. Είναι η πρώτη φορά στη φιλμογραφία του Νόλαν που τηρείται ένας κάποιος σεβασμός στο πλαίσιο της οικονομίας. Από τα 106 λεπτά της διάρκειας (πρόκειται για τη μικρότερη ταινία του – και δεν θέλω αστεία περί «Following»…) μέχρι τη διάθεση της απόστασης από τη «φαντασμαγορία» στο θέαμα, ο σκηνοθέτης Νόλαν ακολουθεί εδώ ένα ύφος «απεξάρτησης», ρίχνοντας τη ματιά του προς το κύρος του παλαιομοδίτικου, αν όχι και της βρετανικής κινηματογραφικής παράδοσης. Η «Δουνκέρκη» δεν είναι ένα μπλοκμπαστερικό… «Περλ Χάρμπορ» (2001) ούτε κι ένας αιματοβαμμένος «Στρατιώτης Ράιαν» (1998) που επιδιώκει να αφήσει το στίγμα του στην υπο-κατηγορία των αντιπολεμικών, δραματικών φιλμ. Είναι μια πολεμική ταινία που σε κάνει να σκέφτεσαι το… «Επιτάφιος για Έναν Κατάσκοπο» (1941) του Μάικλ Πάουελ! Τόσο πολύ επιχειρεί να κατεβάσει τους τόνους του εδώ ο Νόλαν. Μεγεθύνοντας έτσι τις αδυναμίες του!

Τι είπαμε ότι δεν αποτελεί το ατού του Νόλαν; Τα σενάριά του. Ο υπερβολικός ζήλος που δείχνει για το ταλέντο του (συνολικά) ως δημιουργός δεν του επιτρέπει να συνεργαστεί με έναν σεναριογράφο που θα του παραδώσει μια ιστορία. Μια ολοκληρωμένη ιστορία. Εδώ, λοιπόν, μας τοποθετεί σε ένα ιστορικό πλαίσιο και σπάει την αφήγησή του σε τρία κομμάτια, τα οποία αντιπροσωπεύουν γη, νερό και αέρα. Κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν ολοκληρώνει μια στοιχειώδη ιστορία μέχρι τέλους ή καταλήγει να συναντιέται σε έναν «ενιαίο» τόπο δράσης. Μιλάμε απλά για ένα παράλληλο μοντάζ σε τρεις «υποπλοκές»: ένας νεαρός φαντάρος, μόνος, ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τρόπο να μπει σε ένα από τα καράβια της μεγάλης φυγής από τη Δουνκέρκη (γη), μια μικρή θαλαμηγός απλών πολιτών κατευθύνεται προς τις εκεί ακτές για να περισυλλέξει στρατιώτες (νερό) και δύο πιλότοι της Βρετανικής αεροπορίας αναχαιτίζουν γερμανικά αεροσκάφη που δεν σταματούν να βουλιάζουν τα πλοία των συμμάχων (αέρας). Κεντρική ιστορία δεν υπάρχει. Ή είναι η ίδια η παραλία της Δουνκέρκης, που αναλαμβάνει να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, σε μια προσπάθεια να αντέξουν οι «υποπλοκές» του φιλμ. Εδώ είναι που μιλάμε για… κακή σκηνοθεσία! Χωρίς έναν δυνατό σκελετό δραματουργίας, χωρίς χαρακτήρες / ρόλους, με ελάχιστο διάλογο, η «Δουνκέρκη» χάνει τη μάχη στο πεδίο του δράματος, αφήνοντας τον θεατή (επίσης) εκτεθειμένο πάνω σε μια αδιέξοδη στεριά στην οποία (μερικώς) αισθάνεσαι τον παραλογισμό, αλλά στην τελική αυτό που κερδίζει (ειρωνικά) είναι η αίσθηση του… «Τι κάνουμε εδώ πέρα;» – ουχί με έναν επιθυμητά υπαρξιακό τρόπο. Να το πω ακόμη πιο σκληρά. Κατανοώ την πρόθεση του Νόλαν να υπογράψει ό,τι πιο τίμιο έχει οραματιστεί μέχρι σήμερα στο σινεμά, όμως το στήσιμο αυτού του εμπόλεμου τοπίου στη Δουνκέρκη δείχνει πραγματικά ανέμπνευστο, θλιβερά… σκέτο και με καμία διαχείριση κινηματογραφικότητας του πλάνου! Δεν είπα να γίνει και Ντέιβιντ Λιν από τη μια μέρα στην άλλη, όμως όταν η μνήμη έχει καρφωθεί στο συγκλονιστικό μονοπλάνο του Τζο Ράιτ από την «Εξιλέωση» (2007), δρώντας ακριβώς στην ίδια ιστορική τοποθεσία των γεγονότων, δεν κάνεις σαν να μην υπάρχει ο συνάδελφός σου ή (και) το μέτρο σύγκρισης. Φροντίζεις να (αντι)προτείνεις κάτι. Και σε τούτο το τοπίο φιλμικών εικόνων, η πρόταση απουσιάζει.

Στην τελική, τι αξίζει πραγματικά από τη «Δουνκέρκη»; Η συνεργασία του μοντέρ Λι Σμιθ με τον συνθέτη Χανς Τσίμερ. Σταθεροί συνοδοιπόροι του Νόλαν, γι’ αυτό και έχουμε ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα δουλειάς στους τομείς αυτούς. Ο Νόλαν έχει (προφανώς) φανταστεί το φιλμ σαν μια ωρολογιακή βόμβα και οι Σμιθ και Τσίμερ έχουν προσθέσει «κάτω» από το έργο έναν σφυγμό που γίνεται η κινητήρια δύναμή του. Εκεί φαίνεται η εξυπνάδα του Νόλαν και έτσι διασώζεται και ολόκληρη η απόπειρα. Κυριολεκτώ. Χωρίς τη μουσική του Τσίμερ (σε σημεία ενισχυμένη από μελωδία του Έντουαρντ Έλγκαρ), η «Δουνκέρκη» θα ήταν… το ναυάγιο του Τιτανικού! Είναι ένα έργο χωρίς δομή («structure» που λένε πιο καίρια και εις την αγγλική) και κεντρική ιστορία, στο οποίο η σειρά των συμβάντων δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο. Δεν έχει σημασία. Ακόμη και το ίδιο το τέλος, αφήνεται στην τύχη ενός σχεδόν «ανοιχτού» φινάλε που δεν λυτρώνει τους «ήρωες» (με περισσότερο εκτεθειμένο έναν εκ των πιλότων) και σηκώνει μεγάλη συζήτηση για τη χρήση του διαγγέλματος του Τσόρτσιλ και την οπτική του Νόλαν απέναντι στη «νίκη» των Βρετανών (μονάχα εξαιτίας των λιγοστών απωλειών σε ανθρώπινο δυναμικό).

Θα πρότεινα τη «Δουνκέρκη» σε επαγγελματίες του σινεμά, κυρίως για να μελετήσουν αυτές τις επί μέρους δουλειές υψηλής κλάσης. Αλλά τη μαύρη αλήθεια θα την πω. Δεν είδα μεγαλείο σε τούτο το φιλμ. Δεν βρήκα τις σκηνές που θα σταθούν στη μνήμη, θα γίνουν κλασικές και θα αντιπροσωπεύουν το έργο σε μελλοντικές αναφορές. Δεν βρήκα τη μαστοριά της επίθεσης του (κατάπτυστου κατά τα άλλα) «Περλ Χάρμπορ». Ούτε το σασπένς τού «’71» (2014) του Γιαν Ντεμάνζ. Που ήταν και ντεμπούτο, διάβολε! Και συνολικά βάζει τη «Δουνκέρκη» κάτω, χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Η τελευταία ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν διαρκεί μόλις 106 λεπτά κι έχει μηδαμινό διάλογο. Παρά τους βομβαρδισμούς και τις επιθέσεις, δεν δείχνει λίμνες αίματος, ακρωτηριασμούς, ξεκοιλιάσματα και κόκκινες σταγόνες να λερώνουν τον φακό της κάμερας – το μόνο αίμα που μας επιτρέπει να δούμε στάζει (ελάχιστα και στιγμιαία) από έναν πολίτη. Δεν υπάρχει αφηγητής να μας καθοδηγεί πατροναριστικά και με στόμφο μέσα από τις ιστορικές λεπτομέρειες των συμβάντων της Δουνκέρκης, δεν πλαισιώνονται ιστορικά trivia μέσα στον λιγοστό διάλογο των χαρακτήρων, ούτε ακούμε (αναπόφευκτο κακό σε τέτοιες ταινίες, συνήθως) επιτηδευμένα λογύδρια των πρωταγωνιστών για τη ζωή τους πριν τον πόλεμο. Αντί όλων αυτών, έχουμε ψήγματα προσωπικών ιστοριών, βινιέτες της προσωπικής εμπειρίας στρατιωτών, πιλότων, ναυτών, αξιωματικών και των ανωτέρων τους, αλλά και πολιτών που πήραν τα ιδιωτικά τους πλοία (μικρές θαλαμηγούς, ψαράδικα και κάθε τύπου πλοιάρια) από τις βρετανικές ακτές και διέσχισαν τη θανάσιμα επικίνδυνη θάλασσα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια διάσωσης των παγιδευμένων στρατιωτών. Η αφήγηση χωρίζεται από τα πρώτα κιόλας πλάνα σε τρία κεφάλαια (Μια ώρα / Μια μέρα / Μια εβδομάδα), το οποίο αρχικά δεν βγάζει νόημα μέχρι να συνειδητοποιήσουμε το αλληλένδετο χρονικό πλαίσιό της, με τον δημιουργό του φιλμ να μας καλεί να συμπληρώσουμε τα κομμάτια του puzzle. Ουσιαστικός «αφηγητής» της ταινίας είναι η μεγαλειώδης μουσική του σπουδαίου Χανς Τσίμερ, που μας καθοδηγεί ακατάπαυστα μέσα από την αποσπασματική, σχεδόν σπονδυλωτή πλοκή, μέσα από τις εκθαμβωτικές σκηνές μάχης σε ξηρά, αέρα και θάλασσα, αλλά και μέσα από την απόλυτη σιγή. Τη σιγή του στρατιώτη που δεν είναι ήρωας πολέμου, με έτοιμες μεγαλοστομίες στις κρίσιμες στιγμές, παρά ένας άπειρος νεαρός σαν όλους τους άλλους, που προσπαθεί να επιβιώσει, που περιμένει τη βοήθεια των ανωτέρων του, της κυβέρνησής του, των συστρατιωτών του – και αυτή η αναμονή, ο βουβός φόβος για το πότε και από πού θα έρθει η επόμενη επίθεση, τον αφήνει σιωπηρό.

Η τελευταία ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν δεν έχει ίχνος CGI – ό,τι βλέπετε γυρίστηκε έτσι, στ’ αλήθεια. Τα Spitfires είναι τα αυθεντικά, όπως και ορισμένα από τα ιδιωτικά πλοιάρια που έσπευσαν στην επιχείρηση διάσωσης και που βρίσκονται ακόμα (πλήρως ανακαινισμένα) σε διάφορες παράκτιες περιοχές της Αγγλίας. Σε μια εποχή τίγκα στο green screen και την οπτική ψευδαίσθηση, ο Νόλαν σε ιδανικό ταίριασμα με τους συχνούς συνεργάτες του, τον διευθυντή φωτογραφίας Χόιτε Βαν Χοϊτέμα και τον μοντέρ Λι Σμιθ, γύρισε την ταινία του σκληροπυρηνικά «παλιομοδίτικα», επιμένοντας σταθερά στο φιλμ (65/70mm IMAX και Super Panavision 70), δείχνοντας για άλλη μια φορά ένα εμφατικό «κωλοδάχτυλο» στο ψηφιακό format, και το τεχνικό αποτέλεσμα είναι όχι μόνο εντυπωσιακό, σε σημείο να σου κόβει συχνά την ανάσα, αλλά και ο ορισμός της καλλιτεχνικής αρτιότητας.

Η τελευταία ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν μπορεί να έχει μόνο τον άκρως απαραίτητο διάλογο και την αποσπασματική αφήγηση, όμως δεν στερείται έντονης συγκίνησης και συναισθημάτων. Και δεν εννοούμε τόσο τις συναισθηματικά φορτισμένες ατάκες του «Πλωτάρχη» Κένεθ Μπράνα, όσο περισσότερο την ενστικτώδη συγκίνηση που βγάζουν οι μικρές, φευγαλέες μα τόσο (αναμενόμενα, φυσικά) προσεγμένες στιγμές, κυρίως μέσα στις μακρές σιωπές: ο στρατιώτης που βαδίζει προς τη θάλασσα, το σοκαρισμένο βλέμμα του τρεμάμενου μοναδικού επιζώντα (Κίλιαν Μέρφι) ενός ναυαγίου, η στωική αποφασιστικότητα του μεσόκοπου ιδιοκτήτη της μικρής θαλαμηγού (Μάρκ Ράιλανς) να βοηθήσει στην αποστολή, οι σχεδόν ανορθόδοξες (βλέπε και απελπισμένες) κινήσεις των δυο πιλότων (Τομ Χάρντι, Τζακ Λόουντεν) στις αερομαχίες τους με τα γερμανικά αεροπλάνα – όλοι τους συνηθισμένοι άνθρωποι σε ασυνήθιστες καταστάσεις αγώνα για ελπίδα κι επιβίωση. Ακόμα και η «αχάριστη» ατάκα που πετά ένας πολίτης σε έναν από τους πιλότους προς το τέλος, είναι μια μικρή, φαινομενικά απλοϊκή μα τόσο χαρακτηριστική λεπτομέρεια του ανθρώπινου γένους: κανείς δεν μπορεί να δει και να ξέρει το δάσος, βλέπει μόνο το μικρό δέντρο εκείνης της στιγμής, και οι «ηρωικές» προσπάθειες του ανθρώπου απέναντί του μοιάζουν να μην έχουν σημασία, καθότι βρίσκονται ήδη στη λήθη της άγνοιας και του… «και η ζωή συνεχίζεται».

Η τελευταία ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν είναι ένα αντιπολεμικό έπος για τον πόλεμο. Δεν είναι ιστορικό ντοκιμαντέρ, ούτε δραματοποιεί συγκεκριμένες αληθινές ιστορίες, όμως περνά ξεκάθαρα τα μηνύματα και τους στόχους της μέσα από έναν αστείρευτο κινηματογραφικό λυρισμό. Μοιράζεται κομμάτια εμπειρίας, συναισθημάτων, ζωής και θανάτου που είναι αντιπροσωπευτικά όχι μόνο για τη μάχη της Δουνκέρκης αλλά και για όποιον άλλον πολέμο μπορούμε να σκεφτούμε. Γιατί ο στρατιώτης, ο ναύτης, ο πιλότος, δεν σκέφτονται «είμαι / θα γίνω ήρωας» την ώρα που αντικρύζουν τον θάνατο κατάματα. Ψάχνουν και την τελευταία αχτίδα ελπίδας για επιβίωση, για να ζήσουν άλλη μια εβδομάδα. Μια μέρα. Μια ώρα.

Η τελευταία ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν είναι (και) η πιο μεστή της καριέρας του. Και μια από τις καλύτερες (αντι)πολεμικές ταινίες που θα δείτε ποτέ.

MORE REVIEWS

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΝΕΓΡΟΣ ΣΟΥ

Μέσα από κείμενα του συγγραφέα Τζέιμς Μπόλντουιν, τούτο το ντοκιμαντέρ αναλύει την αμερικανική Ιστορία σε συσχετισμό με το ρατσιστικό συναίσθημα και τη βία κατά των μαύρων πολιτών, με άξονες την αντιμετώπιση του φυλετικού ζητήματος από το σινεμά του Χόλιγουντ και τρεις περιπτώσεις δολοφονημένων ηγετικών μορφών της πάλης για ίσα δικαιώματα στις ΗΠΑ.

LINES

Ελλάδα. Μια νύχτα κρίσης. Επτά άτομα, λυγίζοντας, καταφεύγουν στην ίδια hotline βοήθειας - αλλά δεν τους συνδέει μόνο αυτό. Μιλάτε, (δε) σας ακούμε...

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΨΑΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ

Ένας μικρός καρχαρίας «μπαμπού» θα κάνει τα πάντα προκειμένου να προστατέψει μια ντουζίνα καρχαριάκια από τα χέρια δυο ανήλικων λαθροκυνηγών, επιστρατεύοντας τη βοήθεια των πιστών του φίλων.

HAPPY END

Μεγαλοαστική οικογένεια της Βόρειας Γαλλίας έχει βυθιστεί στην απαθή εσωστρέφεια του πλούσιου βίου της. Αυτοκτονικός παππούς, εργασιομανής κόρη, άπιστος γιος, ανεπρόκοπος εγγονός, ένοχη εγγονή. Happy end; Last year.

ΑΡΔΕΝΝΕΣ

Δύο αδέλφια κακοποιοί χωρίζονται όταν μια ληστεία πάει στραβά και ο ένας καταλήγει στη φυλακή. Μερικά χρόνια μετά, ο άλλος έχει ακολουθήσει έναν «καθαρό» δρόμο, προφανώς και όχι το μοναδικό πράγμα το οποίο θα τους φέρει σε σύγκρουση.