FreeCinema

Follow us

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΑΥΓΟΥ (2017)

(DIE HÄSCHENSCHULE: JAGD NACH DEM GOLDENEN EI)

  • ΕΙΔΟΣ: Animation
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ούτε φον Μίνχοου-Πολ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 79'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE

Άτακτος teenager κούνελος της πόλης πουλάει μούρη στην πιάτσα και σκάει ουρανοκατέβατος σε παραδοσιακών αξιών mini οικοτροφείο εντυπωσιακών ικανοτήτων ομοίων του στην εξοχή. Over the fence, σαρκοβόρο γουνοφόρο σόι τούς έχει φαιδρά στο μάτι. Καλά κρυμμένο, πολλά καράτια ωοειδές έμβλημα γιορτής πρέπει να προστατευθεί πάση θυσία. (Ποιος) το ’χει;

Οι σκληρώσεις και το «κόρακας κοράκου μάτι» της ντόπιας αγοράς δεν κρύβονται σε κανένα λαγούμι. Έχει μόλις προηγηθεί το «Πίτερ Ράμπιτ», έναν μήνα νωρίτερα το «Η Μεγάλη Κακιά Αλεπού και Άλλες Ιστορίες», κι αν τα κουτσούβελά σας ή εσείς δεν… χορτάσατε (με) τα ζωάκια των τίτλων, το γνωστότερο γερμανικό κινούμενο της περσινής χρονιάς είναι εδώ για να συμπληρώσει το καρέ ενός νοητού quadruple feature, αν λάβουμε υπόψη και το επίσης προ τεσσάρων εβδομάδων στις αίθουσες «Επιχείρηση: Μαμά!», από την αυτή εταιρεία διανομής, μάλιστα. Για μένα είναι το σχετικά καλύτερο της ολιγομελούς αγέλης, αν και παίρνει πραγματικά μπρος στο δεύτερο μισό του, και παιδαγωγικά ή μυθοπλαστικά δεν απομακρύνεται από τη φωλιά των αλληγορικών μαθημάτων (στάσης) ζωής εν είδει μιας χιουμοριστικής περιπέτειας με κλου κινδυνώδους επιβίωσης και ήρωα έναν χαρισματικό, δυνάμει σωτήριο outsider.

Ya, είναι σαν να βλέπεις YA ζωγραφιστά ανιμαλιστικό και δείχνει να ευθύνονται εξίσου η οδηγία της παραγωγού Akkord για ένα προεφηβικό crowd-pleaser στη δυάδα των σεναριογράφων και το κλασικό εικονογραφημένο των Κοχ-Γκότα και Σίξτους απ’ το 1924, το οποίο η Ούτε φον Μίνχοου-Πολ, μετά από φιλμογραφικό τράβηγμα με πιθήκια και πετούμενα, ώριμη όσο ποτέ, αναπαλαιώνει προβλεπτά αλλά με αξιαγάπητο look και εν προόδω χαϊδεύοντας την αφήγηση. Όλο σε χειροποίητο σχέδιο με ψηφιακό character modeling από 3D Max και εμψύχωση ελέω Autodesk Maya, αυτό το παραμυθάκι για το μυητικά ενηλικιωτικά ενστερνίζεσθαι τις αξίες της εκπαίδευσης, της αλληλεγγύης και του… disrupting ξεκινάει καθόλου εντυπωσιακά στο άστυ όπου το παραβατικό αλάνι μας, με μοδάτο (αν είσαι προκάγκουρας των 00’s, δηλαδή…) λεξιλόγιο και street ντύσιμο to match, επιχειρεί να εισαχθεί σε παρεάκι από μορτάκια μέσω της δοκιμασίας του ίπτασθαι με κλεμμένο μοντέλο αεροπλάνου. Θα του(ς) φύγει και θα συντριβεί σώος σε δάσος, όπου και σχολή για λαγουδάκια του Πάσχα, μόνιμος στόχος αλεπούς και των τριών μπουνταλάδων γιων της, θα του προσφέρει ένα νέο σπιτικό αλλά με κανόνες. Επιτέλους, μπορεί να αυτοτιθασευθεί και να πάει κόντρα στην κακή του… φύση, να αποδειχθεί εναλλακτικά και κόντρα στα προγνωστικά top dog σπουδαστής, να τα δώσει όλα για να γλιτώσει τον οβάλ θεματοφύλακα των μη σου πω και μαγικών δυνάμεών τους κι όλη την ομήγυρη όταν απειληθούν όπως ποτέ πριν; Αυτό το «Κλείσε τα μάτια, ξέχνα τον εαυτό σου και γίνε ένα με την αποστολή» είναι του στιλ του;

Ρητορικό το ερώτημα για ένα ψυχαγωγικό toon με δημογραφικό πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το ζήτημα που παραμένει άλυτο στον πίνακα είναι πώς κατορθώνει η φράου να κάνει το κλωνοποιημένο στις θεματικές, τους χαρακτήρες, τις καταστάσεις pet της να αναπηδήσει ευπρόσδεκτα. Τον οιηματία νεανία, τη γλυκούλα συνομήλικη που πιστεύει στον ανεπίδεκτο παρείσακτο, τους σουργελέ ολέ αδέξιους κακούς, τα διακυβεύματα όλων τους τα ξέρουμε από πλείστα όσα σκιτσαρισμένα εδώ και δεκαετίες, ενώ απ’ τα εκτός genre στο «The Karate Kid», το «XMen» και το «Ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων» που τριβελίζουν το μυαλό σου προστίθεται ακόμη και το «Star Wars» (προσέξτε την με κάτι από Γιόντα αρχικαθηγήτρια). Η απάντηση είναι ότι η φον Μίνχοου-Πολ, χωρίς να το αντιληφθείς, κάποια στιγμή σ’ έχει πιάσει όχι απ’ τ’ αυτιά αλλά από τα μάτια και σ’ έχει σηκώσει λίγο ψηλότερα. Εντάσσει υποδειγματικά τις ούτως ή άλλως γούτσου γούτσου φιγούρες στα όχι υποτυπώδη περιβάλλοντα χλωρίδας (θαυμάσια δουλειά στα γραφικά), χωρίς να υπερβάλλει τις πάει πέρα δώθε απρόσκοπτα και με εμπνεύσεις χάρη στις οποίες το θέαμα εκποικίλλει (το κυριολεκτικά αέρινο slo mo της απάντησης στον καταπέλτη των εισβολέων), καδράρει μετωπικά συμμετρικά και με tempo που δε χωλαίνει βγάζοντας νευραλγικά σαν ταχυδακτυλουργός απ’ το καπέλο της εκτός αυτού που ξέρεις και ευκίνητες κασκάντες ή γκαγκ (το στο τσακ τσακωτό του ψαλιδιού, το χτύπημα του συναγερμού, ο στίβος μάχης).

Όταν οι δοκιμασίες τελικιάσουν και «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», αισθάνεσαι κατοικίδιά σου αυτά τα πλασματάκια, ακόμη και μεγαλοκοπέλα σαν και του λόγου μου αν είσαι. Τότε, βέβαια, ροκανίζοντας με τη σκέψη σου τα καρότα της πινακοθήκης και της δραματουργίας, παίρνεις χαμπάρι ότι το «Εξαφανίσιους» (να και ο Χάρι Πότερ από μια γωνιά…), η απόλυτη αυτοτηλεκινητική κίνηση εναντίον των εχθρών που αγκομαχάει να πετύχει ο πρώιμα τζάμπα μάγκας Μπαγκς, δεν βρήκε δυστυχώς εφαρμογή, ιδανικά, και για τους απαιτητικότερους των ενηλίκων. Το Τρίο Στούτζες των foxy τομαριών αιχμαλωτίζει μεν δεόντως μετριασμένα, χωρίς να τρομοκρατεί τα βλαστάρια, μέσω της πλάκας τα handicap του ακαλλιέργητου και της διχόνοιας τού όποιου κτηνάρα εκεί έξω αλλά ούτε ζωντανεύει πραγματικά λεπτές αποχρώσεις της vulpes ούτε σαρκώνει τα τσιράκια στη σκιά της πονήρως μαμάς τους. Τα τραγουδάκια δεν προσθέτουν στη γεύση του στιφάδου. Και το ότι άγνωστο πώς το πιο-ανεκτίμητο-κι-από- Fabergé κειμήλιο το παίζει κάποια στιγμή Πυθία περί της ίδιας της αμφίβολης τύχης του δεν παλεύεται – σε αντίθεση ευτυχώς με την υποχρεωτική μετάφραση και μεταγλώττιση που ούτε άπαξ δεν θα σε κάνει θηρίο. Αλλά εκείνο το «Μάθε τους κανόνες για να γνωρίζεις πότε πρέπει να τους σπάσεις», που το ίδιο τσιτάρει ως νουθεσία, δεν το έκανε πράξη τέλεια αυτό το πολλοστό ανθρωπομορφικό CG πολυτετράποδο. Η επιβίωση του ισχυρότερου, αιώνες το ‘χει τεκμηριώσει ο Δαρβίνος. Πιο έξω απ’ το κλουβί την επόμενη φορά…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν δεν πολυγδέρνεσαι ψειρίζοντας το σενάριο, δεν θα περάσεις άσχημα με ένα από τα εικαστικώς αρτιότερα ει μη καινοτόμα ευρωπαϊκά μικιμάους των τελευταίων χρόνων, μόνο το σπλάχνο σου θα πιαστεί όμως και στο δόκανο των μηνυμάτων. Όσοι ξέρουν απέξω τα της πανίδας των καρτουνακίων και των κλισέ (ναι, πάνε μαζί): αν είναι σαβουροφάγοι, θα το ψιλοχαρούν, αν όχι, μπορεί και να το πάρουν στο κυνήγι με την κακή έννοια. Αν δεν αντέχεις τα ελληνικά, τα παιδικά, την anima, μ’ έκαψες που να καείς σαν το κεράκι της Λαμπρής.

MORE REVIEWS

ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΩΡΕΣ ΣΤΟ ΕΛ ΡΟΑΓΙΑΛ

Τέλη του ’60, κάπου έξω από την Καλιφόρνια. Επτά άγνωστοι με ξεχωριστά μυστικά και σκοπό βρίσκονται για μια βραδιά σε ένα απομονωμένο motel. Ποιοι θα καταφέρουν να κάνουν check out;

LORO

Τον λένε Σίλβιο. Είναι ο «μεγάλος» της Ιταλίας. Αλλά κάθε αναφορά σε πραγματικά πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική…

ΚΤΗΝΟΣ

Νεαρή γυναίκα ερωτεύεται γοητευτικό απόκληρο και βασικό ύποπτο σειράς άγριων δολοφονιών που έχουν τρομοκρατήσει τη μικρή, απομονωμένη κοινότητα όπου ζει, μόνο για να έρθει τελικά αντιμέτωπη με το δικό της σκοτεινό παρελθόν.

PEPPERMINT

Χαροκαμένη γυναίκα βλέπει τους δολοφόνους συζύγου και κόρης να τη σκαπουλάρουν, καθώς επίορκοι δικαστές και διεφθαρμένοι αστυνομικοί καθαρίζουν για λογαριασμό τους. Εκείνη κάνει υπομονή, μένει στο παρασκήνιο και όταν κάποια χρόνια μετά νιώθει έτοιμη, αρπάζει τα όπλα γυρεύοντας εκδίκηση. Ο Νόμος τώρα είναι στα χέρια της...

ΠΟΘΟΣ

Πενηντάρης εργένης πληροφορείται από την πρώην σύντροφό του όχι μόνο πως όταν είχαν χωρίσει (είκοσι χρόνια πριν) εκείνη ήταν έγκυος, αλλά και πως ο γιος τους, Άνταμ, έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ο νεόκοπος πατέρας ακούει τα νέα βάζοντας σκοπό να γνωρίσει έστω μετά θάνατον τον γιο του, αφού εν ζωή αγνοούσε την ύπαρξή του.