FreeCinema

Follow us

CIAO AMORE… DALIDA (2016)

(DALIDA)

  • ΕΙΔΟΣ: Μουσικό Βιογραφικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λίζα Αζουέλος
  • ΚΑΣΤ: Σβέβα Αλβίτι, Ζαν-Πολ Ρουβ, Ρικάρντο Σκαμάρτσο, Νικολά Ντιβοσέλ, Αλεσάντρο Μπόργκι
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 124'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ROSEBUD.21 / SEVEN FILMS

Η πορεία μιας αξιοθαύμαστης καριέρας δίπλα στα απανωτά χτυπήματα της μοίρας που έπαιρναν από κοντά της κάθε σύντροφο και εραστή. Αυτή ήταν η ζωή της Νταλιντά.

170.000.000 δίσκοι παγκοσμίως, ένα όνομα θρύλος της showbiz και μια προσωπική ζωή… τόσο άγνωστη στον περισσότερο κόσμο, πόσω μάλλον στο σημερινό κοινό της άμεσης υπερ-πληροφόρησης μέσω διαδικτύου και social media. Η περίπτωση της Νταλιντά μπορεί να μοιάζει με κάτι το… «εξωτικά» περίεργο στο μυαλό πολλών από εσάς, όμως αν κάποιος σας βάλει να ακούσετε τις επιτυχίες που τραγούδησε, θα ξαφνιαστείτε αναπάντεχα. Γιατί… μάλλον τις γνωρίζετε όλες! Αυτό είναι ίσως και το βασικότερο ατού τούτης της δραματικής βιογραφίας, που ακόμη κι αν δεν επιτυγχάνει πλήρως τον σκοπό της, να μας μάθει ποια ήταν αυτή η γυναίκα τελικά, σίγουρα μας βάζει στον ρυθμό τής μουσικής της.

Γεννημένη στην Αίγυπτο από Ιταλούς γονείς, η Γιολάντα Κριστίνα Τζιλιότι (όπως ήταν το πραγματικό της όνομα) βρέθηκε στη Γαλλία αναζητώντας μια τραγουδιστική καριέρα μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Είχε προηγηθεί η συμμετοχή της σε διάφορα καλλιστεία στα «πάτρια» εδάφη, ένα σύντομο flirt με τον ρόλο του μοντέλου και ένας τίτλος ομορφιάς (της Μις Αιγύπτου), πράγματα τα οποία απουσιάζουν από την αφήγηση του φιλμ, το οποίο τη βρίσκει να δοκιμάζει τις φωνητικές της ικανότητες σε ένα variety show στο περίφημο Olympia των Παρισίων. Θα την προσέξουν αμέσως ένας διάσημος παραγωγός του Radio Europe 1, ο Λουσιέν Μορίς, και ο Έντι Μπάρκλεϊ της ομώνυμης δισκογραφικής εταιρείας. Το τραγούδι «Bambino», που θα κυκλοφορήσει σε single το 1956, με παραμονή σαράντα έξι (!) εβδομάδων στο γαλλικό top 10, θα γράψει ιστορία και κάνει σαφές ότι αυτή η κυρία θα αγαπηθεί παράφορα από ολόκληρη τη χώρα – για αρχή.

Το σενάριο της Λίζα Αζουέλος (με τη συνεισφορά του μικρότερου αδελφού τής Νταλιντά, Ορλάντο) ξεκινά από εκείνη την περίοδο του βίου της αοιδού και καταλήγει στην αυτοκτονία της, τον Μάη του 1987, εστιάζοντας σε δύο βασικά πράγματα: την καριέρα στο τραγούδι και τις ερωτικές της… τραγωδίες. Κάθε άνδρας που στάθηκε πλάι της επέλεξε την αυτοχειρία, «ποτίζοντας» φαρμάκι την προσωπική της ζωή! Στο πρώτο σκέλος, ειδικά μέχρι να μπούμε στη δεκαετία του ’70, η Αζουέλος χειρίζεται το θέμα της θαυμάσια, συνδυάζοντας επιτυχίες της Νταλιντά που έρχονται να «σχολιάσουν» τα δρώμενα, λες και τα τραγούδια που ερμήνευε γράφτηκαν για να… αναλύουν όσα ζούσε κατά περιόδους, μετατρέποντας το φιλμ σε ένα παρολίγον μιούζικαλ. Βοηθάνε και τα ίδια τα (πασίγνωστα) τραγούδια, φυσικά. Στο δεύτερο σκέλος, όμως, η σκηνοθετική διάθεση της Αζουέλος δεν συμπίπτει με το (κυριολεκτικό) μελόδραμα που ήταν η ζωή της Νταλιντά και οι τόνοι παραμένουν πάντοτε ψυχρά σοβαροί, αποφεύγοντας τις δραματικές κορώνες. Ως αποτέλεσμα, παρακολουθείς ένα έργο το οποίο σου σερβίρει εξωφρενικούς σταθμούς απώλειας ζωών που θα ζήλευε κάθε «πλαστό» κινηματογραφικό σενάριο με τρόπο που μαρτυρά ότι η δημιουργός τού «Ciao Amore… Dalida» (ειλικρινά, γιατί προστέθηκε όλη αυτή η «ουρά» στο όνομα – trademark του πρωτότυπου τίτλου;) δεν πρέπει να έχει και τις καλύτερες σχέσεις με τα δακρύβρεχτα θεάματα. Τότε, τι ήθελε και καταπιάστηκε με τη ζωή της Νταλιντά;

Σταδιακά, η μεγάλη διάρκεια της ταινίας αρχίζει να γίνεται άσχημα αισθητή. Μπορεί να κατανοούμε πως το εγχείρημα, να χωρέσουν τα κατορθώματα της Νταλιντά μέσα σε ένα δίωρο, είναι τιτάνιο, όμως από την άλλη μεριά παρακολουθούμε ένα βιαστικό ξεπάστρεμα σχεδόν ολόκληρης της περιόδου των 70’s, με την έλευση της disco και extravagant εμφανίσεις επικού μεγέθους (και kitsch, φυσικά) σε ολόκληρο τον πλανήτη, οι οποίες «ξεφυλλίζονται» διόλου εντυπωσιακά μέσω video υλικού ντοκουμέντων της εποχής εκείνης. Προφανέστατα, αυτό έχει γίνει για να διατηρηθεί στα μέτρα του εφικτού και το budget της ταινίας…

Ευτυχώς, πολλά από τα παράπονα που αξίζει να κάνει κανείς για τούτο το φιλμ κοπάζουν μπροστά στην αύρα της παρουσίας της Σβέβα Αλβίτι στον ομώνυμο ρόλο. Το μοντέλο από την Ιταλία στέκεται θαρραλέα στα… τακούνια της Νταλιντά χωρίς να υποδύεται απαραίτητα τη star. Περισσότερο «συναντά» τη μίμηση παρά το παίξιμο, χωρίς να θέλω να ακουστεί αρνητικός ο χαρακτηρισμός. Δεν είναι μια μίμηση «γκροτέσκα», που μπορεί να φέρνει στο μυαλό (πιθανότερα) μια drag queen, είναι μια προσέγγιση αποτύπωσης και ζωντανέματος αυτού που έχουμε στη μνήμη μας από τη Νταλιντά. Και η Αλβίτι το κάνεις χωρίς να δείχνει ότι κοπιάζει. Μπροστά στο βάρος του ονόματος και μόνο, αυτό σημαίνει ότι βγαίνει νικήτρια από τη δοκιμασία.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Όσοι γνωρίζουν το όνομα, θα περάσουν καλά. Και αυτό οφείλεται κατά πολύ στα τραγούδια, που κουβαλάνε αμέτρητες αναμνήσεις στο πιο ενήλικο κοινό, στο οποίο προφανώς και απευθύνεται τούτη η παραγωγή. Ίσως δεν έπρεπε να φοβηθεί το «σαπούνι» η Αζουέλος, διότι έτσι το φιλμ θα γινόταν ακόμη πιο προσιτό. Ένα σχεδόν ημίωρο τριμάρισμα στο μοντάζ μπορεί και να το σήκωνε (θα έσωζε τους θεατές που θα πέσουν σε καθίσματα όχι και τόσο αναπαυτικά…). Εάν δεν έχεις ξανακούσει το όνομα Νταλιντά στη ζωή σου, δεν κατοικείς σε τούτον τον πλανήτη! Και δεν πρόκειται και να σε νοιάξει, κιόλας. Μην μπεις ούτε στον κόπο να πληκτρολογήσεις «Dalida» στο Spotify, άσε, αυτά είναι για τους… «μεγάλους»!

MORE REVIEWS

ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ

Πλασιέ που θησαύρισε από τις πωλήσεις ηλεκτρικής σκούπας δέχεται το χτύπημα της οικονομικής κρίσης σε μορφή επερχόμενης απόλυσης, ταυτόχρονα με ένα δύσκολο στοίχημα που, ανέλπιστα, χάνει και τώρα πρέπει να πάει τον αριστεύσαντα υιό του για διακοπές, αν και άφραγκος.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ

Μαστιχοχώρια, καλοκαίρι 1960: μαλωμένα την τελευταία μέρα του σχολείου, δύο τεταρτάκια ξανασμίγουν με παιδιές, αταξίες, γεωργικές ή μη εργασίες, έναν μούργο, ένα κορίτσι. Πόσο θα κρατήσει, τι θα τους αφήσει;

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΟΝΤΟΚ

Ευρισκόμενος στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο προώθησης του τελευταίου του βιβλίου, Γερμανός συγγραφέας επαναπροσεγγίζει έναν παλιό του έρωτα. Εκείνη αρχικά διστάζει, φεύγει όμως μαζί του για σαρανταοκτάωρη βουτιά στη θάλασσα των αναμνήσεων της εξοχής του Μόντοκ, τόπου που είχε σημαδέψει τις παλιές, ευτυχισμένες τους μέρες.

Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

Ένας φιλόδοξος, εργασιομανής «κυνηγός κεφαλών» σε γραφείο ευρέσεως εργασίας καλείται να βάλει τις σωστές προτεραιότητες στη ζωή του, όταν το πάμπλουτο αφεντικό του ανακοινώνει πως θα αποσυρθεί, την ίδια περίοδο με τη διάγνωση λευχαιμίας του 10χρονου γιού του.

ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

Σύζυγος μεγαλοπαραγωγού ταινιών δέχεται την πρόταση ενός εκ των συνεργατών εκείνου, προκειμένου να επιστρέψει από τις Κάννες στο Παρίσι οδικώς, βιώνοντας κατά τη διάρκεια τούτου του ξαφνικού road trip μια αναπάντεχη γαστριμαργική και συναισθηματική περιπέτεια.