FreeCinema

Follow us

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ (1993)

(CARO DIARIO)

  • ΕΙΔΟΣ: Βιογραφική Κομεντί
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νάνι Μορέτι
  • ΚΑΣΤ: Νάνι Μορέτι, Ρενάτο Καρπεντιέρι, Κάρλο Ματσακουράτι, Τζένιφερ Μπιλς
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: STRADA FILMS

O Ιταλός δημιουργός Νάνι Μορέτι σκηνοθετεί τον εαυτό του σε μια σειρά από περιπέτειες, καταγράφοντας τις γειτονιές της Ρώμης, αναζητώντας (μάταια) ηρεμία και έμπνευση στις Αιολίδες νήσους, όσο και απαντήσεις για την προσωπική του υγεία.

Από το 1993 που δημιουργήθηκε μέχρι και σήμερα, η σπονδυλωτή ταινία του Νάνι Μορέτι έχει σταθερά φανατικό κοινό σε διάφορες χώρες, με το ελληνικό να βρίσκεται στην κορυφή. Αυτή η ιδιοσυγκρασιακή μίξη βιογραφικού ντοκιμαντέρ με μυθοπλαστικές σεναριακές καταστάσεις μπορεί μεν να δείχνει (πια) τα χρόνια της, ωστόσο παραμένει άκρως απολαυστική και καυστικά επίκαιρη.

Ο Μορέτι χωρίζει την αφηγηματική του δομή σε τρία κεφάλαια, τα οποία εμπεριέχουν προσωπικά, αυτοβιογραφικά στοιχεία μέσα σε συχνά σουρεαλιστικές περιστάσεις. Στο πρώτο κεφάλαιο ο δημιουργός διασχίζει την ηλιόλουστη και ερημωμένη λόγω καλοκαιριού Ρώμη με τη Vespa του, περιγράφοντας τις διαφορετικές αρχιτεκτονικές τάσεις κάθε γειτονιάς, κάνοντας ταυτόχρονα κι έναν αναλογισμό στην αλλαγή των τάσεων και των κοινωνικών τάξεων, με ιδιαίτερη σατιρική «αφιέρωση» στους ακόμα ανερχόμενους τότε γιάπηδες και το lifestyle τους. Με νοσταλγική, μελαγχολική διάθεση, αλλά και ξεκάθαρη δηκτικότητα (και μια μικρή, επίτηδες εξωτερικευμένη δόση ζήλιας για τους νεόπλουτους «καριερίστες»), ο Μορέτι συλλογίζεται τις κοινωνικές και ταξικές αλλαγές κυρίως χρησιμοποιώντας τις εναλλαγές των κτηρίων που συναντά, εντρυφώντας παράλληλα και στα άλλα του προσωπικά πάθη, τον χορό και το σινεμά, τα οποία είναι και αλληλένδετα με τις «δυτικές» πολιτιστικές επιρροές του. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος της βόλτας του περνά με την υπόκρουση του «I’m Your Man» του Λέοναρντ Κοέν, η αγάπη του για τον χορό και για την ταινία «Flashdance» (!) τον φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με την Τζένιφερ Μπιλς σε μια (επίτηδες) άβολη μα αστεία σκηνή, ενώ η κινηματογραφική βία που εκθειάζεται από τους σινεκριτικούς βρίσκει εδώ ως τρανταχτό παράδειγμα το «Χένρι: Το Πορτρέτο Ενός Δολοφόνου», το οποίο γίνεται και αφορμή για μια ξεκαρδιστική, φανταστική σκηνή με τον Μορέτι να βασανίζει συναισθηματικά έναν κριτικό που γράφει διθυράμβους για εξαιρετικά βίαια φιλμ (όπως το εν λόγω).

Ο σουρεαλισμός των μυθοπλαστικών στιγμών της ταινίας αυξάνεται στο δεύτερο μέρος, όπου ο Μορέτι ταξιδεύει με τον φίλο του Τζεράρντο στις Αιολίδες, τα μικρά σικελικά νησιά, με το καθένα να έχει το δικό του εκκεντρικό χαρακτηριστικό: το ένα «μαστίζεται» από την απόλυτη κυριαρχία των μοναχοπαιδιών της μικρής κοινωνίας, το άλλο (το ηφαιστειακό Στρόμπολι) έχει τους πιο αγενείς κατοίκους με μοναδική εξαίρεση τον Δήμαρχο, ενώ το τελευταίο έχει απορρίψει κάθε είδους ναρκισσισμό και πολιτιστικές επιρροές από τον έξω κόσμο. Όλη αυτή η σειρά απίστευτων καταστάσεων ασφαλώς και «υπονομεύει» την ντοκιμενταρίστικη αίσθηση της ταινίας, ωστόσο συνδράμει ηχηρά τους κοινωνικούς συμβολισμούς που επιθυμεί να περάσει ο δημιουργός της, ο οποίος έτσι κι αλλιώς αποτελεί και γνωστό πολιτικο-κοινωνικό ακτιβιστή. Η ξαφνική εμμονή του Τζεράρντο (του ανθρώπου που αρχικά δηλώνει περήφανα πως δεν έχει δει τηλεόραση για τριάντα χρόνια) με τις αμερικανικές σαπουνόπερες, δε, είναι ταυτόχρονα ξεκαρδιστική αλλά και μια οφθαλμοφανής σάτιρα της μανίας για «φθηνή» τηλεοπτική ψυχαγωγία που, δυστυχώς, ακόμη δεν έχουμε ξεπεράσει ως ανθρώπινο είδος…

Το τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο αποτελεί το πιο ωμά προσωπικό του Μορέτι, καθώς περιγράφει τον αγώνα του να ανακαλύψει τι του συμβαίνει μετά από μια σειρά περίεργων συμπτωμάτων στην περίοδο ενός χρόνου. Χρησιμοποιώντας τα μόνα αληθινά πλάνα της (μεταγενέστερης) χημειοθεραπείας του, καθώς τελικά αποδείχθηκε πως ήταν μια θεραπεύσιμη μορφή καρκίνου, ο Μορέτι χρησιμοποιεί ξανά μια φαινομενικά ήπια μα εσωτερικά καυστικότατη σάτιρα, για να περιγράψει τον φαύλο κύκλο ιατρικών επισκέψεων, αβάσιμων γνωματεύσεων από (και καλά) τους καλύτερους ειδήμονες, και των εντελώς άχρηστων φαρμάκων που του συνταγογράφησαν μέχρι να βρεθεί επιτέλους η αιτία των προβλημάτων του. Χωρίς να αφήσει τον τόνο να πέσει σε καταθλιπτικά επίπεδα, ο Μορέτι βρίσκεται εδώ στο πιο ευάλωτα προσωπικό του σημείο, με την ειλικρίνεια ενός ανθρώπου που, όπως και οι περισσότεροι από εμάς, απελπίζεται και αντιδρά (έστω και με τον δικό του, «καλλιτεχνικό» τρόπο) στην ανικανότητα των γιατρών, όχι μόνο να θεραπεύσουν αλλά κυρίως (και) να κατανοήσουν τον ασθενή τους. «Οι γιατροί ξέρουν καλά πώς να μιλούν, αλλά δεν ξέρουν πώς ν’ ακούν» γράφει στο… αγαπημένο του ημερολόγιο, και η πλειοψηφία των θεατών νεύει καταφατικά. Αυτό είναι και το σημαντικότερο συστατικό επιτυχίας αυτής της ταινίας: η αυθεντική, ειλικρινής και απτή οικειότητα με το κοινό της, που συνταξιδεύει με τον ήρωα και γελά με τις υπερβολές του, καταλαβαίνοντας παράλληλα πως πρόκειται για συμβολισμούς επί καθημερινών θεμάτων, ώστε να συμπάσχει με τα προσωπικά ανθρώπινα δράματα που έχουν (και) πανανθρώπινες προεκτάσεις.

Στα 26 χρόνια που έχουν περάσει από τότε που γυρίστηκε, η Ρώμη του «Αγαπημένου μου Ημερολογίου» έχει αλλάξει αρκετά, όπως και οι μόδες του εκάστοτε lifestyle που επηρεάζει την κοινωνία τού κάθε σήμερα. Οι οπτικοακουστικοί μας «εθισμοί» έχουν φύγει έτη φωτός μακριά από τις αμερικανικές σαπουνόπερες των αρχών του ‘90, κυρίως με τον πολιτιστικό οδοστρωτήρα του διαδικτύου. Τα μικρά νησιά της Σικελίας έχουν μάλλον μεταμορφωθεί από κλειστά χωριουδάκια σε τουριστικά θέρετρα, πλέον. Όσο για τις ιατρικές περιπέτειες… αυτές πιθανότατα θα συνεχιστούν όσο και να εξελιχθεί η ιατρική τεχνολογία. Ωστόσο, και άλλα 26 χρόνια να περάσουν, αυτό το κινηματογραφικό ταξίδι θα παραμείνει το ίδιο άμεσο, ειλικρινές, οικείο και αξιαγάπητο, όσο και την πρώτη χρονιά που μας συστήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν δεν το έχεις ξαναδεί, είτε λόγω νεαρής ηλικίας είτε γιατί… «διάβολε, πού ήσουν όλα αυτά τα χρόνια λατρείας στην Ελλάδα;», τότε αξίζει η επίσκεψη σε ένα θερινό σινεμά, έστω και για να ανακαλύψεις προς τι όλη αυτή η «κινηματογραφοφιλική» αγάπη. Το πιθανότερο είναι πως η νοσταλγική διάθεση ξεγνοιασιάς και ειλικρίνειας θα σε κερδίσει, έστω και αν ορισμένα του σημεία φανούν κάπως απαρχαιωμένα, ειδικά σε εκείνους που δεν είχαν καν γεννηθεί όταν δημιουργήθηκε. Όσοι το έχετε ξαναδεί, μιλώντας εκ πρόσφατης πείρας, του αξίζει ένα ταξίδι επιστροφής!

MORE REVIEWS

Η ΚΟΥΚΛΑ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ

Single mother που μοχθεί για τα προς το ζην χαρίζει στον 13χρονο υιό της μία κούκλα για τα γενέθλιά του. Την αποκαλούν Buddi και είναι προγραμματισμένη να στέκεται δίπλα του ως ο καλύτερος φίλος του… μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος!

ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΜΟΥ

Κακότροπος καλλιτέχνης καταστρέφει κάθε προσπάθεια του γκαλερίστα και κολλητού του φίλου να σώσει την καριέρα του. Ο ξαφνικός του θάνατος θα εκτοξεύσει τις τιμές των έργων του, αλλά σύντομα θα αποκαλυφθεί μια μεγάλη ανατροπή.

ΘΕΕ ΜΟΥ ΤΙ ΣΟΥ ΚΑΝΑΜΕ; 2

Μπουχτισμένοι από τη ζωή στη Γαλλία, οι τέσσερις γαμπροί της οικογένειας Βερνέιγ αποφασίζουν να την κάνουν συν γυναιξί και τέκνοις για έξω. Τα πεθερικά τους, όμως, δεν θα κάτσουν με σταυρωμένα τα χέρια.

ΤΕΝΤ ΜΠΑΝΤΙ, ΕΝΑΣ ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ

Μια νεαρή εργαζόμενη μητέρα, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, γνωρίζει κι ερωτεύεται έναν γοητευτικό, χαμογελαστό νεαρό άνδρα, την ίδια εποχή που μια σειρά σοκαριστικών βιασμών και δολοφονιών γυναικών βγαίνει στην επιφάνεια. Οι αρχές (αλλά και η κοπέλα) αρχίζουν να υποψιάζονται τον σύντροφό της. Το όνομά του είναι Τεντ Μπάντι...

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΡΝΤΟΥ

Καθόλα αξιοσέβαστος κύριος, βαριά χτυπημένος από το οικονομικό κραχ στην προπολεμική Γαλλία, βρίσκει έναν εξεζητημένο τρόπο επιβίωσης γι’ αυτόν και την οικογένειά του. Παντρεύεται και εν συνεχεία δολοφονεί πλούσιες γυναίκες! Η δουλειά πηγαίνει ρολόι, όλα τα ωραία, όμως, έχουν ένα τέλος.