FreeCinema

Follow us

Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ (2017)

(BEAUTY AND THE BEAST)

  • ΕΙΔΟΣ: Οικογενειακή Περιπέτεια Φαντασίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπιλ Κόντον
  • ΚΑΣΤ: Έμμα Γουότσον, Νταν Στίβενς, Λουκ Έβανς, Κέβιν Κλάιν, Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Έμμα Τόμσον
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 129'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Νεαρός πρίγκιπας, ο οποίος εξαιτίας κατάρας έχει μεταμορφωθεί σε τέρας, φυλακίζει στο σκοτεινό του κάστρο μια όμορφη κι ονειροπόλα δεσποινίδα. Η μόνη πιθανότητα που έχει να λύσει τα μάγια, είναι αυτή να τον ερωτευτεί αληθινά. Εκείνος, όμως, λόγω του παρουσιαστικού του, έχει χάσει προ πολλού κάθε ελπίδα για κάτι τέτοιο.

Εάν υπάρχει ακόμα αμφιβολία, παρά την ύπαρξη animated φιλμ όπως το «Ψηλά στον Ουρανό» (2009), λόγου χάρη, πως μια ταινία κινουμένων σχεδίων μπορεί να κρύβει ασύγκριτα περισσότερο συναίσθημα από πολλές στις οποίες πρωταγωνιστούν ηθοποιοί με σάρκα και οστά, τότε μια σύγκριση μεταξύ της original, φτιαγμένης με ζωγραφιές σε χαρτί εκδοχής της «Πεντάμορφης και του Τέρατος» (1991) έναντι αυτής της νέας εκδοχής της, θα πείσει ακόμη και τον πιο δύσκολο άνθρωπο του κόσμου. Ο οργανισμός Disney, συνεχίζοντας την τακτική των τελευταίων ετών που τον θέλει να ξανασερβίρει πασίγνωστα παραμύθια κινουμένων σχεδίων του παρελθόντος σε live action versions, επιλέγει αυτή τη φορά την ταινία που εικοσιπέντε σχεδόν χρόνια πριν έβαλε εκ νέου την εταιρεία στον δρόμο της επιτυχίας, καταφέρνοντας εκτός από υπερκερδοφόρα στο box-office, να αποτελεί και μια υψηλοτάτου επιπέδου καλλιτεχνική επιτυχία, κερδίζοντας μάλιστα και υποψηφιότητα βραβείου Όσκαρ στην πεντάδα καλύτερου φιλμ (γεγονός πρωτοφανές και ανεπανάληπτο μέχρι και σήμερα). Δυστυχώς, εκ του αποτελέσματος, αποδεικνύεται πως η μαγεία του παρελθόντος δεν μπορεί, στη συγκεκριμένη τουλάχιστον περίπτωση, να επαναληφθεί σήμερα…

Ο σκηνοθέτης Μπιλ Κόντον επιμηκύνει τη διάρκεια της ταινίας (του) σε σχέση με την πρωτότυπη κατά σαράντα περίπου λεπτά, δεν φαίνεται όμως να έχει λάβει υπόψιν του το αρχαιοελληνικό ρητό «ουκ εν τω πολλώ το ευ». Οι καινούργιες σκηνές που έχει συμπεριλάβει, και έχουν βασικά να κάνουν με την αποθανούσα μητέρα της Μπελ, τη σχέση του μορφονιού Γκαστόν με τον υπηρέτη του Λεφού, αλλά και δυο-τρεις νέες μουσικές συνθέσεις οι οποίες στέκουν εντελώς αδιάφορα δίπλα στα κλασικά πλέον τραγούδια των Άλαν Μένκεν και Χάουαρντ Άσμαν (που, μάλλον ευτυχώς, έχουν διατηρηθεί σχεδόν αυτούσια εδώ), όχι μόνο ελάχιστα προσφέρουν αλλά κουράζουν κιόλας. Το ξεκίνημά της, πάντως, είναι εξαιρετικό, αφού η υπό μορφή διονυσιακού μιούζικαλ εισαγωγή των χαρακτήρων των κατοίκων του χωριού, στο οποίο διαμένει η όμορφη και έχουσα πάθος για τη λογοτεχνία και τα ταξίδια Μπελ, αλλά και ο jeune premier Γκαστόν, για τον οποίο αποτελεί ανεκπλήρωτο αντικείμενο του πόθου, λειτουργεί έξοχα, προδιαθέτοντας για ένα αληθινά διασκεδαστικό υπερθέαμα. Η συνέχεια, όμως, δεν είναι ανάλογη, με το μεγαλύτερο πρόβλημα (που γίνεται ολοένα και πιο φανερό καθώς προχωρά η υπόθεση) να αποτελεί το γεγονός πως οι τρεις βασικοί πρωταγωνιστές του παραμυθιού είναι άχρωμοι για τους ρόλους τους. Η Έμμα Γουότσον κάπως το παλεύει, προδίδεται όμως από την έλλειψη χημείας που έχει με τους δύο βασικούς ανδρικούς ρόλους, καθώς ο Νταν Στίβενς ως το Τέρας και (κυρίως) ο Λουκ Έβανς ως ο μοχθηρός Γκαστόν, είναι απογοητευτικοί. Ειδικά ο δεύτερος δεν καταφέρνει σε καμιά περίπτωση να βρει την απαιτούμενη ισορροπία ανάμεσα στη μοχθηρία και την ωραιοπάθεια του ήρωά του, περιοριζόμενος σε βαθμό… παρεξηγήσεως στον ναρκισσισμό τού Γκαστόν.

Διόλου παράξενο που οι καλύτερες σεκάνς του φιλμ είναι αυτές στις οποίες πρωταγωνιστούν τα μαγεμένα αντικείμενα του κάστρου του Τέρατος, αφού αυτά (και μόνον αυτά…) στέκονται επάξια έναντι των animated παλιών. Όταν τα κηροπήγια, τα φλιτζάνια και τα ρολόγια (που έχουν πέσει θύματα της ίδιας κατάρας, καταδικασμένα να μείνουν αντίκες σε περίπτωση που δεν λυθούν τα μάγια) ζωντανεύουν, χαρίζουν στιγμές παραμυθένιας μαγείας, η οποία, φευ, είναι αδύνατον να επανορθώσει για λογαριασμό των φαινομενικά και μόνο ζωντανών πλην όμως εντελώς άψυχων ηθοποιών του καστ. Ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, υποδυόμενος τον μεταμορφωμένο σε πολυτελές χρυσό κηροπήγιο, άλλοτε αρχισερβιτόρο του κάστρου, Λιμιέρ, κλέβει την παράσταση με το παιχνιδιάρικο γαλλικό accent που υιοθετεί (στη μη μεταγλωττισμένη version, ασφαλώς), πετυχαίνοντας την καλύτερή του πρόσφατη ερμηνεία (του «Τ2» συμπεριλαμβανομένου).

Κατά τα άλλα, το επίπεδο της παραγωγής είναι αψεγάδιαστο, με τα κοστούμια και τα γραφικά να υποδηλώνουν το απεριόριστο budget που είχε ο Κόντον στη διάθεσή του (πάνω από εκατόν πενήντα εκατομμύρια δολάρια), με μικρή μόνο υποσημείωση την όχι και τόσο τρομακτική φάτσα του Τέρατος. Οικογενειακή ταινία της Disney είναι, όμως, όχι παραγωγή του Γκιγέρμο ντελ Τόρο, οπότε είναι εύκολα κατανοητό για ποιον λόγο έχει ακολουθηθεί μια πιο «φιλική» απεικόνιση ενός (υποτιθέμενα) τρομακτικού πλάσματος. Μιας Disney που έχει πάρει ιδιαίτερα ζεστά το θέμα του «diversity» στις παραγωγές της, δείχνοντας, όμως, πως από την πολύ προσπάθεια μπορεί εύκολα να χάσει κάθε μέτρο στο μέλλον. Διότι η υποφώσκουσα gay (#diplhs) ατμόσφαιρα στα πολλά τραγούδια και τους χορούς, αλλά και στον χαρακτήρα του Λεφού, μπορεί κάπως να δικαιολογηθεί, όμως μη μου πείτε πως ο… μαύρος βιβλιοθηκάριος σε γαλλικό χωριό του Μεσαίωνα δεν φλερτάρει με την υπερβολή.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Φαντασμαγορική υπερπαραγωγή, που στερείται όμως πάθους και έμπνευσης, προσφέροντας μόνο ψήγματα από τη μαγεία του παραμυθιού. Εάν είστε σε ηλικία γύρω στα σαράντα και περιμένετε να σας ξυπνήσουν όμορφες μνήμες από το απίθανο animation των παιδικοεφηβικών σας χρόνων του 1991, τότε μάλλον θα μείνετε με την όρεξη. Η νέα γενιά της πιτσιρικαρίας, ειδικότερα τα κορίτσια, δεν θα έχει παρόμοια προβλήματα, καθώς οι όποιες αστοχίες του φιλμ δεν εμπίπτουν και τόσο στη σφαίρα ενδιαφέροντός τους, της διάρκειας μονάχα εξαιρουμένης, η οποία μπορεί να λυγίσει τα λιγότερο υπομονετικά παιδάκια.

MORE REVIEWS

ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ

Πλασιέ που θησαύρισε από τις πωλήσεις ηλεκτρικής σκούπας δέχεται το χτύπημα της οικονομικής κρίσης σε μορφή επερχόμενης απόλυσης, ταυτόχρονα με ένα δύσκολο στοίχημα που, ανέλπιστα, χάνει και τώρα πρέπει να πάει τον αριστεύσαντα υιό του για διακοπές, αν και άφραγκος.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ

Μαστιχοχώρια, καλοκαίρι 1960: μαλωμένα την τελευταία μέρα του σχολείου, δύο τεταρτάκια ξανασμίγουν με παιδιές, αταξίες, γεωργικές ή μη εργασίες, έναν μούργο, ένα κορίτσι. Πόσο θα κρατήσει, τι θα τους αφήσει;

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΟΝΤΟΚ

Ευρισκόμενος στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο προώθησης του τελευταίου του βιβλίου, Γερμανός συγγραφέας επαναπροσεγγίζει έναν παλιό του έρωτα. Εκείνη αρχικά διστάζει, φεύγει όμως μαζί του για σαρανταοκτάωρη βουτιά στη θάλασσα των αναμνήσεων της εξοχής του Μόντοκ, τόπου που είχε σημαδέψει τις παλιές, ευτυχισμένες τους μέρες.

Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

Ένας φιλόδοξος, εργασιομανής «κυνηγός κεφαλών» σε γραφείο ευρέσεως εργασίας καλείται να βάλει τις σωστές προτεραιότητες στη ζωή του, όταν το πάμπλουτο αφεντικό του ανακοινώνει πως θα αποσυρθεί, την ίδια περίοδο με τη διάγνωση λευχαιμίας του 10χρονου γιού του.

ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

Σύζυγος μεγαλοπαραγωγού ταινιών δέχεται την πρόταση ενός εκ των συνεργατών εκείνου, προκειμένου να επιστρέψει από τις Κάννες στο Παρίσι οδικώς, βιώνοντας κατά τη διάρκεια τούτου του ξαφνικού road trip μια αναπάντεχη γαστριμαργική και συναισθηματική περιπέτεια.