FreeCinema

Follow us

ΤΖΟ ΠΕΝΑ: SURVIVAL KIT.


Ήδη γνωστός από τηλεοπτικές δουλειές, ταινίες μικρού μήκους, music videos και το κανάλι του στο YouTube, ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ενίοτε ηθοποιός Τζο Πένα κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με ένα φιλόδοξο και άκρως ενδιαφέρον φιλμ επιβίωσης, το «Arctic». Μίλησε αποκλειστικά στο FREE CINEMA κατά τη διάρκεια του περσινού Φεστιβάλ Λονδίνου για τις εξαιρετικά δύσκολες καιρικές συνθήκες γυρισμάτων, το απίστευτο σθένος του μεσήλικα πρωταγωνιστή του, Μαντς Μίκελσεν, τους οικονομικούς περιορισμούς και την ανέλπιστη ένταξη μιας αληθινής πολικής αρκούδας (!) στο ολιγομελές καστ της ταινίας.

Γιατί επέλεξες αυτό το «τόλμημα» για σκηνοθετικό ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία;

Ενδιαφέρουσα ερώτηση… Ήθελα να αφηγηθώ μια παγκόσμια ιστορία, κάτι που να καταλαβαίνει ακόμα και η γιαγιά μου που μιλά μόνο πορτογαλικά. Έτσι, αποφάσισα να διηγηθώ μια ιστορία επιβίωσης. Γιατί η επιβίωση είναι θεμελιώδες αγαθό: καθετί που ζει επιθυμεί να παραμείνει ζωντανό, οπότε είναι πανεύκολο να καταλάβει ο καθένας από εμάς τι σημαίνει να πεινάς ή να κρυώνεις, όσο και τα διλήμματα περί αλτρουισμού και βασικού ενστίκτου επιβίωσης.

Πώς προέκυψε η επιλογή του Μαντς Μίκελσεν και πώς του παρουσίασες την ιδέα;

Ήμουν τόσο τυχερός. Η φυσική του κατάσταση είναι πολύ καλύτερη από τη δική μου (σ.σ. είναι 22 χρόνια νεότερος του πρωταγωνιστή του) και είναι τόσο επαγγελματίας σαν ηθοποιός, μπορεί να εκφράσει πολλά μόνο και μόνο με το βλέμμα του. Όταν με ρώτησαν οι παραγωγοί της ταινίας πώς θα μου φαινόταν η επιλογή του για τον ρόλο, τους κοίταξα και τους απάντησα: «Τι σημασία έχει; Σιγά μην θέλει να κάνει αυτή την ταινία!», αλλά υπήρξε μια αρχική συζήτηση μέσω Skype και το πρώτο πράγμα που μου είπε ήταν πως είναι πολύ τολμηρό εγχείρημα να γυρίσεις ένα φιλμ επιβίωσης που δεν ξεκινά με τη συντριβή του αεροπλάνου ή με τον ήρωα να μαθαίνει (για παράδειγμα) πώς να ψαρεύει, δηλαδή με όλες εκείνες τις στιγμές που θα τον έκαναν αγαπητό στο κοινό, οπότε το θεώρησε πολύ δυνατό σαν ιδέα.

Συγκριτικά με άλλες ταινίες επιβίωσης, προσωπικά πιστεύω πως η δική σου είναι η πιο «τίμια» (με ευχαριστεί). Και δεν ξέρω αν τις έχεις δει όλες ή έστω κάποιες από αυτές…

Έχω δει όσες ταινίες επιβίωσης μπορούσα να βρω!

Και το λέω αυτό ακριβώς επειδή, πέραν των φυσικών δυσκολιών και προκλήσεων για εσένα και το συνεργείο σου, δεν βασιστήκατε στον διάλογο, στο ιστορικό των χαρακτήρων και των γεγονότων αμέσως μετά τη συντριβή. Δεν γνωρίζουμε καν πόσον καιρό βρίσκεται εκεί ο ήρωας. Ήταν προαποφασισμένο να αφηγηθείς έτσι την ιστορία;

Με τις ταινίες επιβίωσης που έχω δει, πάντα αισθανόμουν πως η ιστορία τους «συμβαίνει μόνο στο σινεμά» και εξαγριωνόμουν όταν σκεφτόμουν πως, όπως κι εγώ, έτσι και το υπόλοιπο κοινό θα αναρωτιέται: «Γιατί το κάνει ο ήρωας αυτό; Ποιος θα το έκανε αυτό στην πραγματική ζωή;». Γι’ αυτό και ήθελα έναν χαρακτήρα που να είναι έξυπνος, που να κάνει το σωστό και να βρίσκεται ακόμα σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση, αλλά να είναι κάποιος που να αισθάνεσαι πως τον καταλαβαίνεις και πως θα μπορούσες να είσαι εσύ στη θέση του, κι όχι να παρακολουθείς απλά μια (κινηματογραφική) ιστορία. Αγαπώ ταινίες σαν την «Απόδραση Μελλοθανάτων» του Ρομπέρ Μπρεσόν, οι οποίες σου λένε ελάχιστα για τους χαρακτήρες τους, που μπορεί να δείχνουν ελλειπτικές στην αφήγησή τους, όμως σε αφήνουν να δημιουργήσεις το δικό σου ιστορικό υπόβαθρο και στο τέλος της ταινίας να έχεις εκατοντάδες διαφορετικές εκδοχές. Όπως είχε πει και ο Χίτσκοκ, «λέγε όσο λιγότερα μπορείς για τους χαρακτήρες σου». Στην αρχική επεξεργασία, είχα τον ήρωα να τρώει ένα ψάρι για δεκαπέντε λεπτά, στο ξεκίνημα της ταινίας. Τελικά, έκοψα τη σκηνή σε μόλις πέντε λεπτά διάρκεια! (γέλια)

Πόσο δύσκολα ήταν τα γυρίσματα, τόσο για εσένα και τον Μαντς, όσο και για το υπόλοιπο συνεργείο;

Δεν είχαμε λεφτά για ειδικά εφέ, να δημιουργήσουμε τρελούς ανέμους και τα λοιπά , αλλά είχαμε ένα πολύ ταλαντούχο συνεργείο που κινηματογραφούσε εξειδικευμένα πλάνα. Οι σκηνές με τους ισχυρότατους ανέμους και τις χιονοθύελλες είναι αληθινές! Απλά, έπρεπε να περιμένουμε γι’ αυτές τις καιρικές συνθήκες ώστε να συνεχίσουμε τα γυρίσματα, κι ευτυχώς το συνεργείο ήταν πρόθυμο να βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή. Αν χιόνιζε, σταματούσαμε οτιδήποτε άλλο και γυρίζαμε μια σκηνή με χιόνι, ή αν έβρεχε γυρίζαμε μια εσωτερική σκηνή στο αεροπλάνο. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπίσουμε όλες αυτές τις περιστάσεις, αλλά ξέραμε πως η ερμηνεία του Μαντς ήταν τόσο καλή και όλοι λάτρευαν το σενάριο αρκετά ώστε να είναι πρόθυμοι να… επιβιώσουν αυτών των δυσκολιών για να δημιουργήσουμε το τελικό αποτέλεσμα τούτης της ταινίας.

Θεωρώ πως η ερμηνεία του Μίκελσεν είναι ίσως η πιο απαιτητική σωματικά που έχω δει ποτέ, ειδικά η μακροσκελής σεκάνς που προσπαθεί να ανεβάσει την τραυματισμένη πιλότο στη χιονισμένη πλαγιά. Με άφησε εξουθενωμένη και μόνο που την παρακολουθούσα! (γελάει) Πόσο αναμεμειγμένος ήταν ο Μίκελσεν με τη σεναριακή ροή και τη σκηνοθετική σου καθοδήγηση σε έναν τόσο απαιτητικό ρόλο; Και είχε κάποια βοήθεια από κασκαντέρ;

Σε κάθε πλάνο είναι ο Μαντς, τα έκανε όλα μόνος του, ακόμα και σε τόσο μακρινά πλάνα που θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε. Δεν είχαμε και χρήματα για κασκαντέρ. Ο ίδιος ήθελε να κάνει τα πάντα έτσι κι αλλιώς, είναι τόσο φυσικός – σωματικός ηθοποιός. Κάναμε πολλές πρόβες, όμως, ώστε να βρει τον σωστό ρυθμό και το βάρος στο περπάτημά του, μέχρι και ποιο ήταν το καλύτερο πόδι ώστε να συνηθίσει να κουτσαίνει φυσικά. Χρειάστηκε, λοιπόν, σοβαρή έρευνα μεταξύ εμού και του Μαντς ώστε να καταλάβουμε πότε υπερβαίνουμε τα όρια. Όπως μου είπε και μου ζήτησε και ο ίδιος: «Όταν ερμηνεύεις έναν ρόλο χωρίς κανέναν απέναντί σου, μερικές φορές προσπαθείς να παραγάγεις υπερβολικό συναίσθημα, ώστε να εξισορροπήσεις το γεγονός πως παίζεις μόνος σου, οπότε θέλω να με σταματάς όταν θεωρείς πως το κάνω αυτό». Ασφαλώς, αυτό δεν συνέβη ποτέ, αλλά υπήρχαν στιγμές που αποφασίζαμε να τις τιθασεύσουμε δραματουργικά. Για παράδειγμα, κι ενώ οι περισσότερες σκηνές της ταινίας γυρίστηκαν σαν μονοπλάνα, υπήρχε μια στην οποία ο χαρακτήρας του αγκαλιάζει την πιλότο και χρειάστηκε να τη φιλμάρουμε καμία ντουζίνα φορές με διαφορετικές συναισθηματικές εκδοχές.

Πόσο καιρό διήρκησαν τα γυρίσματα;

Δεκαεννέα μέρες. Ξεκινήσαμε Μάρτιο και τελειώσαμε κοντά στον Απρίλιο, την εποχή που αλλάζουν οι καιρικές συνθήκες στην Αρκτική, οπότε κυνηγούσαμε το χιόνι για λίγες μέρες. Είχαμε ήδη περάσει αρκετόν καιρό στην προετοιμασία και τον σχεδιασμό της παραγωγής, όμως, ώστε να βρούμε τον κατάλληλο εξοπλισμό, τα σωστά φορτηγά, αλλά κυρίως το συνεργείο το οποίο ήταν για μένα το πιο σημαντικό στοιχείο, καθώς έπρεπε να βρω ανθρώπους που θα ήταν προετοιμασμένοι να κάνουν περισσότερα από τις αρχικές τους ιδιότητες, και που θα δούλευαν αρμονικά και με σωστή συνεννόηση μεταξύ τους. Μέχρι τέλους, κανείς τους δεν παραιτήθηκε, κανείς δεν παραπονέθηκε και όλοι τους είχαν πάντοτε επίγνωση του τι συμβαίνει ανά πάσα στιγμή…

Συν την πολική αρκούδα…

Ναι, συν την πολική αρκούδα! Και αυτό ήταν το μοναδικό στοιχείο της ταινίας που προστέθηκε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων! Στην αρχική εκδοχή του φιλμ, σκεφτόμασταν κάτι σαν «Τα Σαγόνια του Καρχαρία», όπου δεν βλέπεις τον φυσικό κίνδυνο, και είχα τις φοβίες μου πως αυτό δεν θα ήταν αρκετό. Έτσι κι αλλιώς, όμως, δεν είχαμε τα χρήματα για την οποιαδήποτε πολική αρκούδα, γι’ αυτό και αρχικά γυρίσαμε μια version χωρίς αυτήν, η οποία δεν πέτυχε. Κάποια στιγμή άκουσα για μια αληθινή, ημι-εκπαιδευμένη πολική αρκούδα, κατάφερα και μάζεψα τα λεφτά κι έτσι προστέθηκε στην ταινία. Ήταν πολύ σημαντικό για εμένα να εκφράσω κινηματογραφικά την ευλάβεια για οτιδήποτε είναι ζωντανό, από το ψάρι το οποίο ο ήρωας κρατά στα χέρια του ζωντανό για αρκετή ώρα πριν το φάει, καθώς εκείνη τη στιγμή είναι το μόνο άλλο πλάσμα εν ζωή γύρω του, μέχρι την πολική αρκούδα που τον κοιτά από μακριά και ο αρχικός του φόβος μετατρέπεται σε σεβασμό και υποδοχή, συνειδητοποιώντας πως κάποιος άλλος υπήρχε σ’ αυτόν τον τόπο πολύ πριν από εκείνον.

Η ταινία «Arctic» προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 14 Μαρτίου, σε διανομή της εταιρείας WEIRD WAVE.

MORE INTERVIEWS

Η Κάτια Γκουλιώνη για το «Ακίνητο Ποτάμι».

Η Κάτια Γκουλιώνη, πρωταγωνίστρια της ταινίας του Άγγελου Φραντζή «Ακίνητο Ποτάμι», μιλά με τον Ηλία Φραγκούλη για την πορεία της στον ελληνικό κινηματογράφο, την υποκριτική, αναλύει τον τελευταίο της ρόλο και ξεχωρίζει πράγματα που αγαπά από το παγκόσμιο σινεμά.

Ο ΜΠΑΜΠΗΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΟΙΚΤΟ».

Συναντηθήκαμε στον όροφο 2 της Στέγης για να μιλήσουμε για τη δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους του. Έγινε τυχαία. Ειλικρινά. Ηλίας Φραγκούλης. Μπάμπης Μακρίδης. Μιλάμε για τον «Οίκτο». Και άλλα πράγματα.

Παντελής Βούλγαρης: «Μ’ άρεσε εδώ που έμενα…»

Έχει ξεκινήσει με επιτυχία την καριέρα του στις κινηματογραφικές αίθουσες το «Τελευταίο Σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη. Λίγο πριν «κριθεί» από το κοινό και τα ταμεία, συναντηθήκαμε στο σπίτι του για να κουβεντιάσουμε, ξεχνώντας ότι υπάρχει χρόνος και ρολόι. «Τι θα τα κάνεις όλα αυτά;», μου είπε στο τέλος. Ακολουθεί η απάντηση, γεμάτη από αναμνήσεις και ιστορίες. Του τελευταίου των μεγάλων.

ΜΑΡΤΙΝ ΛΑΝΤΑΟΥ: (ΗΤΑΝ) ΕΝΑΣ ΤΥΧΕΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Αυτή εδώ είναι μια (αποκλειστική για την Ελλάδα) συνέντευξη με τον Μάρτιν Λάνταου, η οποία δημοσιεύεται για πρώτη φορά. Ένιωθα ότι άρμοζε να γίνει έτσι αφού θα ερχόταν... εκείνη η ώρα. Ούτε απομαγνητοφώνηση δεν τόλμησα να κάνω, ποτέ, μου φαινόταν γρουσουζιά! Δεν την είχα «στο συρτάρι», για να ποστάρω «έτοιμο» το μεταθανάτιο. Άφησα τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του. Κι ύστερα… να ακουμπήσω αυτό που μου χάρισε ο ίδιος.

ΦΙΛΙΠ ΓΚΛΕΝΙΣΤΕΡ: NEVER AN OUTCAST.

Ένας από τους πιο δημοφιλείς και καταξιωμένους ηθοποιούς της σύγχρονης βρετανικής τηλεόρασης βρέθηκε, όπως πολλοί άλλοι συμπατριώτες συνάδελφοί του, να περνά τον Ατλαντικό στο κάλεσμα της αμερικανικής τηλεόρασης - και μάλιστα στην δεύτερη μετά το «The Walking Dead» σειρά που βασίστηκε σε comics του Ρόμπερτ Κέρκμαν. Ο Γκλένιστερ μας (ξανα)μίλησε για το «Outcast» του καναλιού FOX στο Λονδίνο, αποκλειστικά για το FREE CINEMA.