FreeCinema

Follow us

Αλεξάντρ Ντεσπλά. Μετά μουσικής.


Ο Αλεξάντρ Ντεσπλά εμφανίζεται απόψε στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Για πρώτη φορά στην καριέρα του. Είναι μεγάλη τιμή και η χώρα μας του όφειλε μια τέτοια αναγνώριση. Όχι απαραίτητα για το κομμάτι της ελληνικής του καταγωγής. Αλλά για τα 74 βραβεία και διακρίσεις που συνοδεύουν το όνομα του σημαντικότερου συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής σήμερα. Περιττό να πω ότι το να μιλάς μαζί του σε κάνει να αισθάνεσαι τυχερός που κάνεις αυτή τη δουλειά.

Είχαμε συναντηθεί και πριν από μερικά χρόνια, ήταν καλεσμένος του Γαλλόφωνου Φεστιβάλ της Αθήνας, μια πραγματικά ευχάριστη έκπληξη για μένα, αφού σπάνια βρίσκουμε την ευκαιρία να μιλάμε με καλλιτέχνες του σινεμά, πέρα από σκηνοθέτες ή πρωταγωνιστές. Η κουβέντα μαζί του, στην ταράτσα του Γαλλικού Ινστιτούτου, ήταν πραγματική απόλαυση. Ίσως γιατί κι εκείνος καταλάβαινε ότι μιλούσαμε για κάτι που επίσης αγαπώ και γνωρίζω.

Επί σειρά ετών, σκεφτόμουν πως αυτός ο άνθρωπος αξίζει να έχει το Ηρώδειο για μια βραδιά. Ήταν κάτι που έχω πει επανειλημμένα, πάντοτε το πρότεινα σε εκείνους που θα μπορούσαν να είχαν κάποια ανάμειξη σε μια τέτοια διοργάνωση. Τελικά, τα κατάφερε η Minos – EMI. Και ήταν ένα ρίσκο, να φέρεις έναν κινηματογραφικό συνθέτη να διευθύνει την 100μελή Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, σε μια χώρα που πλέον δεν θα έλεγε κανείς ότι φημίζεται και τόσο για τον πολιτισμό της, πόσω μάλλον για την παιδεία των θεατών της, σε μια περίοδο οικονομικής κατάρρευσης που κάνει αυτά τα δύο να… διολισθαίνουν ακόμη χειρότερα. Ευτυχώς, όπως έμαθα χθες το βράδυ, η αποψινή εμφάνιση του Αλεξάντρ Ντεσπλά απέχει μερικές δεκάδες εισιτήρια από το να χαρακτηριστεί sold out.

Το timing, πάντως, θα το αποκαλούσα εξαιρετικό, αφού φέτος ήταν η δική του χρονιά στα Όσκαρ, μετά από οκτώ υποψηφιότητες στην κατηγορία της μουσικής, μόλις από το 2007! Το βραβείο του για το «Ξενοδοχείο Grand Budapest» ήταν δίκαιο και επέβαλε οριστικά, πια, τη θέση του ανάμεσα στους συνθέτες του είδους αυτού. Για πάντα.

Ο Ντεσπλά είναι ένας ευχάριστος συνομιλητής. Αν καταλάβει ότι ξέρεις κι εσύ για τι πράγμα μιλάτε, θα ξεφύγει από το πλαίσιο μιας τυπικής συνέντευξης και θα σου ανοιχτεί πραγματικά, μιλώντας με μια σχεδόν ταπεινή απλότητα. Ενώ πρόκειται για μια ιδιοφυία του χώρου! Αυτά που μαθαίνεις από τις απαντήσεις του κρύβουν στοιχεία της μαγείας της δουλειάς του. Τελικά, θα έλεγα πως τίποτα δεν είναι τυχαίο. Αυτός ο άνθρωπος κατάλαβε από νωρίς στη ζωή του πως η αγάπη του είναι η μουσική και το σινεμά. Επειδή κι εγώ ταυτίζομαι με αυτά, όχι απαραίτητα με την ίδια σειρά, αισθανόμουν τόσο τυχερός που βρέθηκα μαζί του, ξανά.

Alexandre Desplat 5

Πώς άρχισες να ακούς soundtracks; Πότε έμαθες τη σημασία ή τη διαφορά τους από τα υπόλοιπα είδη μουσικής; Φαντάζομαι ότι στο σπίτι σου θα υπήρχε κάποια δισκοθήκη, έτσι ξεκινά συνήθως η μουσική «εξερεύνηση» για κάθε παιδί. Παίζοντας με δίσκους βινυλίου των γονιών, εκείνα τα… παλιά τα χρόνια…

Ναι, υπήρχε πολλή μουσική στο σπίτι. Είχα δύο μεγαλύτερες αδελφές που ήδη ήξεραν να παίζουν πιάνο, εγώ είχα ξεκινήσει να κάνω μαθήματα από μικρό παιδί, γύρω στα έξι μου χρόνια… Το να ακούς κάποιον να παίζει πιάνο ήταν ένα μέρος της καθημερινότητας στο πατρικό μας σπίτι, ήταν ένα μέρος του περιβάλλοντος, ο ήχος των κλασικών συνθετών, από τον Σοπέν και τον Λιστ μέχρι τον Μότσαρτ. Οι γονείς μου άκουγαν μουσική αρκετά, τους άρεσε. Εντελώς διαφορετικά είδη. Είχαν γνωριστεί στην Αμερική, στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ. Έτσι, υπήρχαν αρκετοί δίσκοι αμερικανικής μουσικής, από Σινάτρα…

Όλα τα σπίτια είχαν δίσκους του Σινάτρα, φυσικά!

… ναι, μέχρι και soundtracks, όπως εκείνο του Τζορτζ Ντάνινγκ για το «Cowboy» (1958), τέτοιου τύπου albums. Και, φυσικά, αρκετοί δίσκοι κλασικής μουσικής. Ο πατέρας μου ταξίδευε πολύ, δούλευε για την αεροπορική εταιρεία TWA, είχε γυρίσει τον κόσμο. Έτσι είχε ένα ιδιαίτερα ευρύ γούστο στη μουσική. Έβρισκες στη συλλογή του πολλούς δίσκους jazz, αιγυπτιακή μουσική, αφρικανική μουσική, μουσικές του κόσμου. Η μητέρα μου, από την άλλη, άκουγε αρκετή ελληνική μουσική. Τραγούδια (σ.σ.: μου το λέει στα ελληνικά), του Θεοδωράκη, του Ξαρχάκου, του Χατζιδάκι. Το δικό μου πάθος στην ακρόαση μουσικής ταυτίστηκε με τα soundtracks. Θυμάμαι πως βρισκόμουν σε ένα σπίτι στην Ιρλανδία, σε ηλικία περίπου έντεκα ή δώδεκα ετών, ήταν καλοκαίρι, έξω έβρεχε. Ήμουν μόνος, δεν είχα φίλους. Και βρήκα ένα πικάπ, μαζί με πολλούς δίσκους. Τότε έβγαιναν αυτά τα box sets από το Reader’s Digest…

Ναι, οι εκδόσεις του περιοδικού. Compilations θεματικά, κατά βάση, θυμάμαι.

Λοιπόν, μια από αυτές τις μεγάλες συλλογές είχε για θέμα τη μουσική από τον κινηματογράφο. Και άρχισα να ακούω αυτή τη συλλογή. Ακριβώς εκείνη ήταν η στιγμή που άρχισα να ακούω προσεκτικά αυτή τη μουσική. Δεν είχα τίποτε άλλο να κάνω. Δεν ήταν, όμως, μια απλή ακρόαση. Αυτό σχετίζεται με το DNA σου, έτσι κι αλλιώς. Εγώ άκουγα τη μουσική, κάτι πολύ πιο σημαντικό, δηλαδή. Το να ακούς με αυτόν τον τρόπο είναι μια εμπειρία που βιώνεις έχοντας μεγαλώσει λίγο περισσότερο.

Υπάρχει κάποια διάκριση ανάμεσα σε έναν συνθέτη και έναν συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής. Είναι σωστό να το λέμε αυτό;

Φυσικά και υπάρχει! Υπάρχει διαφορά. Και εντοπίζεται στην κατανόηση της γλώσσας τού σινεμά, τη γνώση της μουσικής από τον κινηματογράφο και ένα αρκετά δυνατό είδος ενστίκτου το οποίο ορίζει μέχρι και το ύφος της μουσικής που ταιριάζει σε ένα φιλμ. Ο Τζέρι Γκόλντσμιθ έχει μιλήσει επίσης γι’ αυτό το ένστικτο, θυμάμαι. Πρέπει να αισθάνεσαι το φιλμ, να μπαίνει στο «σύστημά» σου και να βγαίνει από μέσα σου. Ξέρω καταπληκτικούς μουσικούς που, πραγματικά, δεν έχουν ιδέα από μουσική για τον κινηματογράφο, δεν μπορούν να γράψουν τέτοια μουσική, δεν καταλαβαίνουν τη «γλώσσα» αυτής της Τέχνης ή, επιπλέον, δεν έχουν αυτό το ένστικτο που χρειάζεται για να συνθέσεις το κατάλληλο score. Υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο: το πάθος για το σινεμά. Το στοιχείο της συλλογικής δουλειάς που απαιτεί η σύνθεση για τον κινηματογράφο. Όταν συνθέτεις για μια ορχήστρα ή γράφεις ένα τραγούδι είσαι ο καλλιτέχνης… του εαυτού σου, έχεις μια αυτονομία. Όταν δουλεύεις για τη μουσική ενός φιλμ, έχεις από δίπλα τον σκηνοθέτη της ταινίας, ο οποίος έχει από τη μεριά του το δικό του «point of view». Πρέπει να προσαρμόσεις τις σκέψεις σου, το στιλ σου, την καρδιά σου, πάνω σε αυτή τη «ματιά» του σκηνοθέτη. Η διαδικασία αυτή απαιτεί δύναμη… Δεν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «γενναιοδωρία», δεν είναι η σωστή λέξη. Πρέπει, όμως, να δίνεις χώρο, να αποδέχεσαι τις παραχωρήσεις και να κατανοείς τον σκηνοθέτη σου.

Alexandre Desplat 1

Ας δοκιμάσουμε ένα ηχητικό δείγμα. Δεν θα σου ζητήσω να το αναγνωρίσεις. (Ακούμε το «Μικρό Βαλς» του Μάνου Χατζιδάκι από το «Ταξείδι του Μέλιτος» του Γιώργου Πανουσόπουλου. Προφανώς, δεν του θυμίζει κάτι.) Ήθελα να μιλήσουμε για τα βαλς. Η πρώτη σύνθεση που με έκανε να εκτιμήσω βαθιά τη δουλειά σου για το σινεμά ήταν το «Birth Waltz» από τη «Γέννηση» (2004) του Τζόναθαν Γκλέιζερ. Μου αρέσουν πολύ τα βαλς, άρα ήταν σχετικά εύκολο να μου πάρεις τα μυαλά με ένα τέτοιο θέμα. (Γέλια) Τι είναι αυτό που μας τραβάει τόσο έντονα προς το βαλς, λοιπόν; Και σε παθιάζει κι εσένα, προφανώς.

Είναι πολύ παράξενο αυτό με τα βαλς. Αρχικά, δεν γνώριζα καν την προέλευσή τους. Ήταν κάτι το ασαφές για μένα. Μπορώ να αναφέρω ονόματα συνθετών που έδειξαν μια κάποια προτίμηση προς το βαλς. Συνθέτες που άκουσα πολύ προσεκτικά και έχουν γράψει βαλς.

Κλασικοί συνθέτες;

Όχι! Υπήρχε ο Ραβέλ, φυσικά… Το «Valse Sentimentale»… Αλλά για μένα υπήρχε κυρίως το «Waltz for Debby» του Μπιλ Έβανς. Πόσο όμορφο, το είχα ανακαλύψει από παλιά, όπως είχα νιώσει και κάτι το απίστευτα όμορφο στα βαλς. Τις συνθέσεις του Ζορζ Ντελρί, για παράδειγμα…

Θα ήθελα να προσθέσω και ένα προσωπικά αγαπημένο κινηματογραφικό βαλς, το «The Grand Central Waltz» του Τζορτζ Φέντον, από τον «Βασιλιά της Μοναξιάς» (1991).

Ναι, πανέμορφο. Είναι ένας πολύ καλός συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής κι αυτός… Ο Ζορζ Ντελρί, λοιπόν, είχε γράψει πολλά βαλς για τις ταινίες του Τριφό. Θυμάμαι κι εκείνο το υπέροχο βαλς του Φρέντερικ Χολάντερ, που χορεύει η Όντρεϊ Χέπμπορν στη «Sabrina» (1954), ήταν ένα από τα θέματα που με είχαν μαγέψει. (σ.σ.: σιγομουρμουρίζει τη μελωδία, με εύθυμη διάθεση) Με είχε κερδίσει η ενορχήστρωσή του, ο πλούτος στον ήχο του, όλη αυτή η αίσθηση της ελευθερίας, που «συλλαμβάνει» η σύνθεση στα ¾ του χρονισμού. Σε παγιδεύει σαν στρόβιλος σε αυτή την κίνηση… Υπάρχουν και οι συνθέσεις του Ερλ Ζιντάρς, ο οποίες έγραφε κομμάτια και για τον Μπιλ Έβανς, καταπληκτικά βαλς δικά του όπως η «Elsa»… (σ.σ.: και πάλι παρασύρεται από την ανάμνηση της μελωδίας και σιγοτραγουδά) Αυτός ο στρόβιλος! Σε παίρνει και σε σηκώνει! Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί παθιάστηκα με τα βαλς. Ήταν, όμως, κάτι το απόλυτα φυσικό. Μου βγαίνει φυσικά. Χθες, καθόμουν στο πιάνο, και ξαφνικά μου ήρθε να παίξω τη μελωδία ενός καινούργιου βαλς. Έτσι, απλά! Βγήκε εκείνη τη στιγμή από μέσα μου…

Πώς δούλεψες με τον Γκλέιζερ για τη «Γέννηση»; Πώς σε βρήκε; Τι τον έκανε να επιλέξει εσένα; Σε αυτό το σημείο της καριέρας σου, δεν είσαι σχεδόν καθόλου γνωστός έξω από τον χώρο της γαλλικής κινηματογραφίας…

Είχα κάνει το «Το Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι» (2003), όμως. Υπάρχει κι εκεί βαλς, όπως σίγουρα γνωρίζεις… Και πού δεν βρίσκεις βαλς στις δουλειές μου, είναι η αλήθεια! Όταν συναντήθηκα με τον Τζόναθαν, κατάλαβα ότι είχε δοκιμάσει αρκετά πράγματα στη μουσική του φιλμ, προτού εμφανιστώ εγώ. Πολλούς, πολλούς συνθέτες και διαφορετικούς ρυθμούς μουσικής. Κάνοντας συζητήσεις μαζί του, κατάλαβε ότι ήμουν έτοιμος να «εξερευνήσω» την ταινία του. Ήμουν προετοιμασμένος να το παλέψω, να προσπαθήσω σκληρά για ένα αποτέλεσμα. Ήταν ένα σπάνιο φιλμ. Να έχεις τη Νικόλ Κίντμαν να ερωτεύεται ένα αγοράκι που υποτίθεται πως είναι η μετενσάρκωση του νεκρού συζύγου της! Του είπα πως ήθελα να δουλέψω γι’ αυτό το φιλμ, ας το προσπαθήσουμε. Το βαλς που σου αρέσει τόσο δεν ήταν το πρώτο πράγμα που έγραψα για τη «Γέννηση». Ξεκίνησα με το θέμα των τίτλων αρχής. Σε Ρε Μείζονα. Από εκεί προχώρησα στο βαλς. Που ακούμε για πρώτη φορά στη σκηνή της προετοιμασίας για το party του γάμου. Υπάρχει ένα piano στο background, που παίζει το βαλς αυτό. Δουλέψαμε πραγματικά γρήγορα με τον Τζόν(αθαν). Κλειδωθήκαμε σε ένα studio μαζί, μπορεί να ήταν 24 ή και 30 ώρες, δεν θυμάμαι! Αλλά όταν βγήκαμε από εκεί, τα πάντα είχαν αποφασιστεί, το πώς θα είναι η μουσική, πώς θα την μοιράσουμε μέσα στο φιλμ. Τα πάντα προέκυψαν από το μουσικό θέμα της αρχής. Αργότερα, αισθάνθηκα την πρόκληση να επαναλάβω κάτι παρόμοιο με το πρώτο θέμα της «Γέννησης», να χρησιμοποιήσω ξανά όλα τα στοιχεία αυτής της σύνθεσης. Κατά κάποιο τρόπο, το θέμα των τίτλων στον «Αόρατο Συγγραφέα» (2010) του Ρομάν Πολάνσκι… είναι το ίδιο. Μικρά κομμάτια, συγχορδίες, μοτίβα.

Είναι ενδιαφέρον που φτάσαμε στον Πολάνσκι, γιατί πάντοτε πίστευα πως η «Γέννηση» αποτελεί έναν παράξενο «συνδυασμό» ταινιών του Στάνλεϊ Κιούμπρικ και του Πολάνσκι. Υπάρχει αυτή η υποβόσκουσα ψυχολογική ένταση που συναντάμε συχνά στα φιλμ του Πολάνσκι…

Είναι δύο από τα κινηματογραφικά είδωλα του Γκλέιζερ… Είναι κι αυτή η φανταστική δουλειά που είχε κάνει ο Χάρι Σαβίντις στη φωτογραφία.

Τον είχα συναντήσει στις Κάννες πριν από χρόνια και ήθελα να μιλάμε μονάχα για τη «Γέννηση»! Μεγάλη απώλεια για το σινεμά ο ξαφνικός του θάνατος

Σπουδαίος καλλιτέχνης. Πραγματικά σπουδαίος.

Alexandre Desplat 3

Πώς σου φάνηκε το «Κάτω από το Δέρμα», η επόμενη σκηνοθετική δουλειά του Γκλέιζερ; Και τι γνώμη έχεις για τη μουσική που έγραψε γι’ αυτό η Μίκα Λέβι;

Αισθάνθηκα πικραμένος που δεν με κάλεσε να δουλέψουμε ξανά μαζί ο Τζόναθαν. (σ.σ.: δείχνει, όντως!) Αν η συνεργασία μας στη «Γέννηση» είχε υπάρξει μια αποτυχία, θα το καταλάβαινα. Αλλά δεν ήταν. Ήταν μια καταπληκτική στιγμή καλλιτεχνικής «ανταλλαγής». Με τα χρόνια, συνήθισα να μην περιμένω το κάλεσμα ενός σκηνοθέτη με τον οποίο δούλεψα στο παρελθόν. Θυμάμαι κάποτε έναν σκηνοθέτη που μου είχε πει ότι είχε συνεργαστεί με τον Ζορζ Ντελρί στην πρώτη του ταινία. Είχε αγαπήσει τη μουσική που του είχε γράψει, γι’ αυτό τον κάλεσε και για την επόμενή του. Τη δεύτερη φορά δεν του άρεσε καθόλου! (Γέλια) Το είχα διαβάσει στα μέσα των 20 χρόνων μου αυτό και μου είχε φανεί πικρό. Αλλά έτσι είναι. Δεν αξίζει να κολλάς σε τέτοια πράγματα. Οι σκηνοθέτες δεν μπορούν να είναι πιστοί σε έναν συνθέτη, κάνουν αυτό που θέλουν. Αν νομίζουν πως δεν είσαι ο «σωστός» συνθέτης για την επόμενη ταινία τους, είναι ΟΚ. Πάνε αλλού. Η σχέση παραμένει φιλική από εκεί και πέρα… Τώρα, για τη μουσική στο «Κάτω από το Δέρμα», τι να σου πω; (Η Μίκα Λέβι) είναι μια πολύ καλή μουσικός, μου άρεσε η δουλειά που έκανε στα έγχορδα, μου άρεσαν οι αρμονίες της, είναι πολύ ατμοσφαιρική η μουσική του φιλμ, αλλά δεν είμαι σίγουρος για το αν η ταινία δεν χρειαζόταν κάτι πιο «ανυψωτικό» σε μερικά σημεία, κάτι το συναρπαστικό, μια ενέργεια ώθησης, κάτι σαν έκρηξη. Που για μένα δεν ήρθε ποτέ… Ο Τζόν(αθαν) είναι ένας πραγματικός καλλιτέχνης. Γι’ αυτό και του παίρνει τόσο χρόνο να ετοιμάσει το επόμενο feature του. Είναι ένας οραματιστής. Αλλά οι εικόνες του απαιτούν τον χρόνο τους για να μπουν σε μια σειρά και να δημιουργήσουν μια ιστορία. Αυτό είναι χρονοβόρο.

Ας ακούσουμε πάλι κάτι. (Του βάζω το θέμα της «Briony», σύνθεση του Ντάριο Μαριανέλι. Επισημαίνω τον ήχο της γραφομηχανής. «Είναι από την ‘Εξιλέωση’;», με ρωτά μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα!) Ναι, σωστά.

Καταπληκτικός συνθέτης.

Ήθελα να μιλήσουμε για τα στοιχεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς σε μια κινηματογραφική σύνθεση. Εδώ, για παράδειγμα, η γραφομηχανή μετατρέπεται σε ένα ουσιαστικό «όργανο» μουσικής.

Ο Λιρόι Άντερσον, βέβαια, έχει γράψει μέχρι και κονσέρτο για γραφομηχανή, το «The Typewriter». (Γέλια)

Έχεις πειραματιστεί ποτέ με κάτι που ξεπερνούσε τα στερεότυπα των μουσικών οργάνων μιας ορχήστρας; Σε προκαλεί αυτή η ιδέα; Στο παρελθόν, ακόμη και οι μεγαλύτεροι συνθέτες των studios, έβρισκαν τρόπους να τολμούν το διαφορετικό. Ο Μίκλος Ρόζα έπαιρνε Όσκαρ το 1946 με ένα θέμα που βασιζόταν στη χρήση του theremin! Το ’46!

Στις μουσικές μου βρίσκεις λιγοστά ηλεκτρονικά στοιχεία, μικρές «πινελιές», ίσως. Θέλω να το σκέφτομαι όλο αυτό, να μην γίνεται gimmick η χρήση ενός οργάνου ή αντικειμένων, της ενορχήστρωσης ακόμη. Αυτό που ακούμε πρέπει να αποτελεί σύνδεσμο των όσων παρακολουθούμε σε μια ταινία. Αλλά και των όσων αισθανόμαστε ότι λαμβάνουμε από μια ταινία. Θα ήθελα να χρησιμοποιήσω τον «Αόρατο Συγγραφέα» ως παράδειγμα. Αναρωτιόμουν ποιος θα ήταν ο «ήχος» αυτής της ταινίας, τι ανάγκες είχε, τι όργανα θα χρησιμοποιούσα. Ο άνεμος ήταν ένα βασικό στοιχείο στο περιβάλλον της. Και είναι μια ιστορία που μιλά για φαντάσματα. Έχουμε έναν συγγραφέα του οποίου δεν γνωρίζουμε καν το όνομα και τον «στοιχειώνει» το φάντασμα ενός άλλου συγγραφέα. Πώς να τα ταίριαζα αυτά; (σ.σ.: φυσάει ο ίδιος, για να κάνει το εφέ του ανέμου) Χρειαζόμουν αυτόν τον ήχο. Αποφάσισα, λοιπόν, να δημιουργήσω αυτόν τον ήχο όχι με χορωδιακά αλλά με φλάουτα. Στη δεκαετία του ’70, στην jazz μουσική, συνήθιζαν να «τραγουδούν» με το φλάουτο. Σκέψου και τους Jethro Tull, το φλάουτο του Ίαν Άντερσον, το τόσο χαρακτηριστικό. Δεν είχα ακούσει ποτέ πολλά φλάουτα μαζί να το κάνουν αυτό σε μια ορχήστρα. Αυτό έκανα, λοιπόν. Έβαλα τέσσερα φλάουτα να «τραγουδούν» ταυτόχρονα στο βασικό θέμα της ταινίας. Αυτό δηλώνει τις προτιμήσεις μου.

Οι συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής στην Ευρώπη δεν χαρακτηρίζονται από μια μεγαλύτερη αίσθηση ευαισθησίας; Συμφωνείς ή όχι; Αντιλαμβάνεσαι κάποια διαφορά σε σχέση με τον τρόπο που γράφεται ένα score για το αμερικανικό σινεμά; (Του βάζω ένα πιανιστικό θέμα του Νικόλα Πιοβάνι από το «Αγαπημένο μου Ημερολόγιο».) Θα μπορούσε ποτέ αυτός ο ήχος να ταιριάξει με ένα αμερικανικό φιλμ; Πάνω απ’ όλα, υπάρχουν τα στοιχεία μιας μελαγχολίας που φέρνει στον νου τις συνθέσεις του Νίνο Ρότα…

Πάνω-κάτω. Ή και πιο… κάτω. (Γέλια) Δεν πίστεψα ποτέ ότι ο Πιοβάνι μοιάζει στον Ρότα. Είναι κάτι άλλο.

Φαίνεται πως ο Ρότα είχε υπάρξει κάτι σαν «δάσκαλός» του.

Ο Ρότα ήταν ένας «δάσκαλος» για πολλούς από εμάς. Μας έχει επηρεάσει, σαφώς. Σε αυτό το θέμα που ακούμε, δεν «ακούω» τη μουσική του Ρότα. Υπήρχε μια απίστευτη αγνότητα στη μουσική του Νίνο Ρότα. Τέλος πάντων, αν ακούσεις μουσικές του Λάλο Σιφρίν από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έως τα μέσα του ’70, για αμερικανικές ταινίες, θα συναντήσεις στοιχεία αυτής της ευαισθησίας που λες. Αλλά είναι ένας ήχος του νότου, όχι του βορρά. Σημαντική η διαφορά. Κοίταξε… Μιλάμε για εντελώς διαφορετικές κουλτούρες. Η προσέγγιση του σινεμά των ΗΠΑ ή της Ευρώπης είναι δύο πράγματα σαφώς διαφορετικά. Η βιομηχανία του θεάματος είναι διαφορετική. Οι συνθέτες της κινηματογραφικής μουσικής μπαίνουν σε διαφορετικά «καλούπια». Είναι πιο εύκολο για έναν Ευρωπαίο συνθέτη να «δοκιμαστεί» στο συναίσθημα. Ίσως φταίνε και οι ανάγκες μιας δυναμικότερης ενορχήστρωσης που έχουν συχνότερα οι αμερικανικές παραγωγές. Αυτά τα δύο δεν αντιστρέφονται. Είναι δύσκολο να κάνεις κάτι πραγματικά minimal στις ΗΠΑ. Στην Ευρώπη αγαπάμε το minimal. Μας έχει μείνει, από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Στην Αμερική σπάνια το συναντάς αυτό. Ο Τόμας Νιούμαν έχει γράψει μερικά εξαιρετικά scores που θα μπορούσα να αποκαλέσω minimal. Για όσες ταινίες του Σαμ Μέντες έχει δουλέψει, τα θέματά του ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητα… Υπάρχει μια αίσθηση μεγαλοσύνης στη σύνθεση των αμερικανικών ταινιών, ναι. Αλλά φταίει το μέρος, ξέρεις. Είναι η Αμερική.

Alexandre Desplat 4

Στις ΗΠΑ, λοιπόν, και κυρίως σε μεγάλες παραγωγές των studios, υπάρχει αυτή η «πολιτική» που απαιτεί ένα «βαρύ», αναγνωρίσιμο θέμα το οποίο θα συνοδεύει την ταινία; Αποτελεί απαίτηση και του σκηνοθέτη να παραδώσει ο συνθέτης κάτι τέτοιο; Σου έχει τύχει; Έχεις γράψει μουσική ακόμη και για υπερπαραγωγές όπως ο τελευταίος «Godzilla» (2014), άρα έχεις τη σχετική πείρα… Και, άραγε, υπάρχει «διαδοχή», πάνω σε αυτόν τον τομέα, του Τζον Γουίλιαμς; Αυτός είναι ο απόλυτος pop star του είδους.

Ναι, είναι ο τελευταίος Master. Αλλά και ένας τρομερός ενορχηστρωτής. Τρομερός. Διάνοια. Τον νοιάζει αυτή η ανύψωση που θα βγάλει από την ορχήστρα, το πώς θα παιχτούν οι συνθέσεις του. Οι ενορχηστρώσεις του είναι που απογειώνουν τις αισθήσεις κατά τη διάρκεια της ακρόασης των soundtracks του. Εμένα, προσωπικά, μου αρέσουν τα themes, οι μελωδίες, προσπαθώ σκληρά να συνθέσω μια καλή μελωδία όταν και η ίδια η ταινία το απαιτεί. Υπάρχουν και ταινίες που δεν το χρειάζονται αυτό. Δεν έχει σημασία η χώρα προέλευσης. Κάποια φιλμ έχουν ανάγκη από ένα πιο οργανικό score. Οι παραδόσεις μου, η κληρονομιά μου με προσανατολίζει στο να γράφω καλύτερα μοτίβα ή μελωδίες που μπορείς να θυμάσαι…

Ας μιλήσουμε για τον Γουές Άντερσον. Τρεις συνεργασίες, ήδη. Πόσο χαρούμενος είσαι γι’ αυτό; Και πόσο εύκολο ή όχι μπορεί να είναι, το να δουλεύεις με έναν καλλιτέχνη που έχει τόσο συγκεκριμένη άποψη για τα πάντα στο μυαλό του, μέχρι την παραμικρή τοποθέτηση ενός αντικειμένου στα κάδρα του!

Αυτό που είπες. Έχει χίλια μάτια! Είναι απίστευτος. Έχει, όμως, και χίλια αυτιά! Όταν δουλεύουμε μαζί, έρχεται με άπειρες ιδέες. Του αρέσει και να πειραματίζεται. Αν χτυπούσαμε αυτόν τον τενεκέ σκουπιδιών και του άρεσε ο ήχος του, θα μου ζητούσε να κάνω κάτι με αυτό. (Γέλια) Εξερευνά τις πιθανότητες, του αρέσουν οι μελωδίες, του αρέσει όταν ο ρυθμός της μουσικής παίζει μαζί με το φιλμ, το πότε μπαίνει, το πότε σταματά, τα προσέχει όλα αυτά. Έχει πολύ καλή αίσθηση του πώς πρέπει να χρησιμοποιείται η μουσική. Δεν υπάρχει όμοιός του στο σινεμά, πιστεύω. Η συνεργασία μας είναι μοναδική, δουλεύουμε γρήγορα, διασκεδάζουμε μαζί στο studio.

Και είναι τόσο μα τόσο «Ευρωπαίος». Αυτός ο Τεξανός!

Γιατί έμαθε το σινεμά μέσα από τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Μαζί αναμειγνύουμε πράγματα, μου πετάει ιδέες και προσπαθούμε να τις εξερευνήσουμε, θέλω να ανταποκρίνομαι κι εγώ στις προκλήσεις του με τον πιο δημιουργικό τρόπο.

(Του βάζω το θέμα του Ζορζ Ντελρί από την «Αμερικάνικη Νύχτα» του Φρανσουά Τριφό, που ακουγόταν και στο «Fantastic Mr. Fox» του Άντερσον.) Δεν περιμένεις να ακούσεις μια τέτοια επιλογή στο soundtrack μιας animated παραγωγής από τις ΗΠΑ του σήμερα!

Που θυμίζει τόσο πολύ Βιβάλντι! Του αρέσει αυτή η διάθεση της «ελαφρότητας», της χαράς και της απλότητας στη μουσική.

Λοιπόν, επειδή «δανειστήκατε» λίγο από Ντελρί στον «Κύριο Φοξ», ας σου κάνω και αυτή την ελαφρώς περίεργη αλλά μάλλον σχετική ερώτηση. Αν εσύ «δανειζόσουν» ένα φιλμ που έχει γυριστεί στο παρελθόν και αποφάσιζες να αλλάξεις το score του, ποιο θα σκεφτόσουν πρώτα;

Για αρχή, θα επέλεγα μια ταινία που δεν είναι… κουραστική, που δεν απαιτεί πολλές συνθέσεις, επίσης! Όχι κάτι μεγάλο. (Γέλια) Πρέπει να αντιδράς έξυπνα σε κάθε ενδεχόμενο. Λοιπόν… Επειδή αγαπώ ιδιαίτερα τη μουσική αυτού του φιλμ, θα επέλεγα και θα προσπαθούσα να κάνω ένα re-score πάνω στο «Απαλό Δέρμα» (1964) του Τριφό. Την πρωτότυπη μουσική είχε γράψει ο Ντελρί. Από τις ομορφότερες μελωδίες που είχε γράψει ποτέ στο σινεμά. Επειδή το αγαπώ τόσο τούτο το φιλμ, θα ήταν μια δοκιμασία να προσπαθήσω και να γράψω κάτι διαφορετικό, που θα ταίριαζε μ’ αυτό.

Κι αν έπαιρνες κάτι από τα «έτοιμά» σου και αντικαθιστούσες με αυτό τη μουσική μιας συγκεκριμένης, παλαιότερης ταινίας;

Μπορεί να έπαιρνα τη μουσική του «Αόρατου Συγγραφέα» και να την έβαζα πάνω στο «Ψυχώ» του Χίτσκοκ! (Γέλια) Όχι, μάλλον όχι… Καλύτερα η μουσική του «Αόρατου Συγγραφέα» πάνω στη «Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» του Χίτσκοκ. Πολύ δύσκολο να απαντάς σε κάτι τέτοιο, όταν αγαπάς και την ταινία. Η μουσική είναι κομμάτι αυτής της αγάπης. Δεν θα τολμούσα να την άλλαζα. Αλλά αν ήταν ένα παιχνίδι η ερώτησή σου, αυτή είναι η απάντηση που μπορώ να δώσω.

Πώς προσεγγίζεις ή επισημαίνεις το genre με τη μουσική σου σε μια ταινία; Ας ακούσουμε αυτό για παράδειγμα. (Του βάζω το θέμα του Τζέρι Γκόλντσμιθ από το «Chinatown» του Πολάνσκι. Το αναγνωρίζει σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, με το που μπαίνουν οι πρώτες νότες!) Με το που ακούς ένα τέτοιο θέμα, αν ξέρεις από σινεμά, ξέρεις ότι πρόκειται να παρακολουθήσεις ένα φιλμ νουάρ. Είναι εντυπωσιακό το πόσο μπορεί να χαρακτηρίζει το είδος της ταινίας η μουσική.

Αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό για μένα. Πώς ξεκινάς να δουλεύεις για μια ταινία; Πώς «καθοδηγείς» το κοινό του σινεμά, καθώς τα φώτα στην αίθουσα χαμηλώνουν και έρχεται σε επαφή με τους τίτλους αρχής και μια μουσική. Μια μουσική που σε «πηγαίνει» στο φιλμ. Στο παρελθόν, οι τίτλοι αρχής αποτελούσαν μια εκπληκτική εμπειρία, θυμάμαι. Ταινίες σαν το «Ακρωτήρι του Φόβου» (1962), τον πρώτο «Πόλεμο των Άστρων» (1977) και τόσες πολλές ακόμη, στις οποίες η μουσική σε βοηθούσε να «αιχμαλωτίσεις» την ψυχή του φιλμ. Όχι μονάχα αυτό που επρόκειτο να δεις στην πρώτη σκηνή της ταινίας, αλλά το τι ήταν ολόκληρη η ταινία. Σκέψου τους τίτλους του «Ψυχώ», καθώς η κάμερα προχωρά προς εκείνο το παράθυρο, με τις υψηλές χορδές της μουσικής να σε βάζουν σε μια ένταση προσμονής, να δημιουργούν το σασπένς… Όταν άρχισα να δουλεύω για τον κινηματογράφο, πέρασα αρκετόν καιρό μελετώντας τις εισαγωγές ταινιών, ειδικά εκείνες που είχαν και opening titles. Αναζητούσα τον χαρακτήρα της ταινίας μέσα από τις μουσικές, τα θέματα αυτά. Έχει ενδιαφέρον και στις ταινίες genre, όταν είναι θρίλερ ή μια ερωτική ιστορία, που περιμένεις κάτι τόσο προβλέψιμο στο score… Δες και το «Απαλό Δέρμα», όμως, που ξεκινάει με μια τόσο χαριτωμένη σκηνή, αλλά το μουσικό θέμα είναι πραγματικά λυπητερό. Γιατί το τέλος της ταινίας πρόκειται να είναι λυπητερό! Άρα, δεν υπάρχουν κανόνες.

Μια τελευταία ερώτηση. Θα ήθελες να χτυπήσει το τηλέφωνό σου από κάποιον συγκεκριμένο σκηνοθέτη; Υπάρχουν συνεργασίες που προσμένεις ή ονειρεύεσαι;

Υπάρχουν πολλοί νέοι σκηνοθέτες των οποίων αγαπώ τις δουλειές. Ή και λιγότερο νέοι… (Χαμογελά) Αλλά έχουν σπουδαίους συνθέτες. Ο Σαμ Μέντες έχει τον Τόμας Νιούμαν. Ο Πολ Τόμας Άντερσον έχει έναν φανταστικό συνθέτη, τον Τζόνι Γκρίνγουντ. Άρα… Δεν ξέρω… Νομίζω πως αυτό έρχεται πάντοτε σε συνάρτηση με το project και το πόσο τους ελκύει κάποια από τις προηγούμενες δουλειές μου. Θα ήθελα να δουλέψω και με τους τελευταίους «old masters», βέβαια. Τον Κόπολα, τον Σκορσέζε… Θα ήταν φανταστικό. Και είμαι σίγουρος ότι θα μάθαινα πολλά από αυτούς. Όπως έμαθα και από μερικά είδωλα που είχα από τα νεότερα χρόνια της ζωής μου, τον Στίβεν Φρίαρς, τον Ρομάν Πολάνσκι, τον Φιλίπ ντε Μπροκά, τον Φρανσίς Ζιρό. Μου έμαθαν πολλά. Χάρηκα και για την συνεργασία μου με τον Βιμ Βέντερς πρόσφατα, για το «Όλα θα Πάνε Καλά». Ήταν σπουδαία εμπειρία. Δεν θα μπορούσα να πω όχι. Για όλες τις χαρές που μου είχε δώσει ως δημιουργός στο παρελθόν, για τις ταινίες του αλλά και τον τρόπο με τον οποίο είχε χρησιμοποιήσει τη μουσική σε αυτές.

Προσωπικά, νιώθω πως ο δεσμός που έχεις με τον Γουές Άντερσον, πια, θα παραμείνει έτσι για πολλά χρόνια.

Θα δούμε! Είμαι τυχερός που υπάρχουν και αρκετοί σκηνοθέτες οι οποίοι παρέμειναν πιστοί στη συνεργασία μας. Μόλις έκανα ξανά ταινία με τον Τομ Χούπερ (το «The Danish Girl»), υπάρχει το επόμενο φιλμ που ετοιμάζει ο Πολάνσκι. Έχω κάνει έξι ταινίες με τον Ζακ Οντιάρ. Έχω σταθεί τυχερός.

MORE INTERVIEWS

Γιάννης Οικονομίδης: Κουβέντα για μια «Μπαλάντα».

Κάθε φορά που μιλάω μαζί του, αισθάνομαι πως και οι δύο μαθαίνουμε κάτι, ο ένας για τον άλλον. Και ο Γιάννης Οικονομίδης δεν είναι ένας εύκολος άνθρωπος, που ανοίγεται. Ή δέχεται. Μοιάζουμε σε αυτό. Και το διασκεδάζω απίστευτα! Είχαμε να κουβεντιάσουμε έτσι, on camera, από το 2014. Ο σαματάς κρατάει ακόμη στο YouTube, από τότε! You have been warned…

Μάρκος Σεφερλής: Εφ’ όλης της ύλης.

Μάρκος Σεφερλής. Ηλίας Φραγκούλης. Μία συνάντηση που κανείς δεν (θα) περίμενε. Και μία κουβέντα για όλα εκείνα τα πράγματα που μπορεί να μην γνώριζες για τον #1 κωμικό ηθοποιό στην Ελλάδα σήμερα. Από τα παιδικά χρόνια μέχρι την κινηματογραφική αφορμή του «Χαλβάη 5-0». Θα μισήσεις, θα το ξανασκεφτείς, θ’ αλλάξεις γνώμη ή θα συνεχίσεις να λατρεύεις. Οι πιθανότητες είναι ίδιες. Ζούμε σε έναν ελεύθερο κόσμο.

ΣΚΟΡΣΕΖΕ. ΝΤΕ ΝΙΡΟ. ΠΑΤΣΙΝΟ. ΓΙΑ ΤΟΝ «ΙΡΛΑΝΔΟ».

Το 63ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Λονδίνου έριξε αυλαία με τον πιο μεγαλοπρεπή τρόπο: την διεθνή πρεμιέρα του «The Irishman», της επικής γκανγκστερικής ταινίας του Μάρτιν Σκορσέζε. Είχα την τύχη, την τιμή και τη χαρά να συναντήσω, εκ μέρους του FREE CINEMA, τους τρεις κολοσσούς του παγκόσμιου κινηματογράφου, οι οποίοι απάντησαν, μεταξύ άλλων, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στις ερωτήσεις μου για το μέλλον του σινεμά.

Η Κάτια Γκουλιώνη για το «Ακίνητο Ποτάμι».

Η Κάτια Γκουλιώνη, πρωταγωνίστρια της ταινίας του Άγγελου Φραντζή «Ακίνητο Ποτάμι», μιλά με τον Ηλία Φραγκούλη για την πορεία της στον ελληνικό κινηματογράφο, την υποκριτική, αναλύει τον τελευταίο της ρόλο και ξεχωρίζει πράγματα που αγαπά από το παγκόσμιο σινεμά.

ΤΖΟ ΠΕΝΑ: SURVIVAL KIT.

Ήδη γνωστός από τηλεοπτικές δουλειές, ταινίες μικρού μήκους, music videos και το κανάλι του στο YouTube, ο Βραζιλιάνος Τζο Πένα κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με ένα φιλόδοξο και άκρως ενδιαφέρον φιλμ επιβίωσης, το «Arctic». Μίλησε αποκλειστικά στο FREE CINEMA κατά τη διάρκεια του περσινού Φεστιβάλ Λονδίνου για τις εξαιρετικά δύσκολες καιρικές συνθήκες γυρισμάτων, το απίστευτο σθένος του Μαντς Μίκελσεν, τους οικονομικούς περιορισμούς και την ανέλπιστη ένταξη μιας αληθινής πολικής αρκούδας (!) στο ολιγομελές καστ της ταινίας.