FreeCinema

Follow us

Τι είναι μια cult ταινία; Πόσο σκουπίδι μπορεί ή πρέπει να είναι; Από ποιον πλανήτη έρχεται και γιατί χρειάζεται να τη λατρέψεις; Μια στήλη που… εγκληματεί, για να σου δώσει τις καλύτερες απαντήσεις γύρω από κινηματογραφικά αξιοπερίεργα και τίτλους που αξίζει να μάθεις πως υπάρχουν. Αρκετά συχνότερα… για τους λάθος λόγους!

ΠΕΝΤΕ ΠΤΩΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΚΕΦΑΛΙ (1964)

(STRAIT-JACKET)

  • ΕΙΔΟΣ: Θρίλερ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γουίλιαμ Κασλ
  • ΚΑΣΤ: Τζόαν Κρόφορντ, Νταϊάν Μπέικερ, Λιφ Έρικσον, Τζορτζ Κένεντι, Λι Μέιτζορς, Τζον Άντονι Χέιζ

Ένα από τα κεντρικά θέματα που διαπερνούν πολλά από τα γνωστότερα παραμύθια της λογοτεχνίας, είναι ο φθόνος που νιώθουν οι εν είδει μητρικών προτύπων ηλικιωμένες γυναίκες (συνήθως… μάγισσες ή κακές βασίλισσες) για τα νεαρότερα, όμορφα κορίτσια. Ο ζηλότυπος ανταγωνισμός των πρώτων έναντι των δεύτερων έχει περιγραφεί σε μύθους όπως της Σταχτοπούτας, της Χιονάτης ή της Ωραίας Κοιμωμένης, με το μοτίβο να επανέρχεται κάθε τόσο σε ένα σωρό διάσημα έργα, ακόμη και της σχετικά πιο σύγχρονης εποχής. Η Βασίλισσα της Καρδιάς, λόγου χάρη, από τις «Περιπέτειες στη Χώρα των Θαυμάτων», θέλει να παίρνει κεφάλια γενικώς, με αυτό της μικρής Αλίκης να μην αποτελεί εξαίρεση στις επιθυμίες της.

Σε τούτο εδώ, όπως και στις περισσότερες από τις ταινίες τρόμου, έχει καταργηθεί η ιδέα της μητέρας-υποκατάστατου (όπως αυτή εμφανίζεται στα παραμύθια), μιας και εξετάζει υπό ένα διαφορετικό και πολύπλευρο πρίσμα τη σχέση της αληθινής (πια) μητέρας με την κόρη της. Μπορεί το οιδιπόδειο σύμπλεγμα μάνας – γιου να έχει δώσει το πιο χαρακτηριστικό θρίλερ όλων των εποχών (το «Ψυχώ» του Άλφρεντ Χίτσκοκ, φυσικά!), καθιερώνοντας μια και καλή την εικόνα του ευαίσθητου αγοριού που δεν έχει ξεπεράσει την αγάπη της μανούλας του, όμως οι άρρηκτοι δεσμοί μάνας – θυγατέρας που εξερευνώνται σε ταινίες όπως η «Carrie» (1976) ή ακόμα και ο «Εξορκιστής» (1973), πηγαίνουν αρκετά βήματα παραπέρα τις αρχικές ιδέες των παραμυθιών. Κάτι σχετικό αφορούν και τούτα τα «Πέντε Πτώματα Χωρίς Κεφάλι», με τη ζήλεια της μάνας για την κόρη να μην είναι μεν ξεκάθαρα το βασικό θέμα του φιλμ, πλην όμως υπάρχει… «θαμμένο» κάπου εκεί. Θαμμένο, όμως, είναι κι ένα τσεκούρι, το οποίο άπαξ και επανεμφανίζεται, δείχνει αποφασισμένο να κάνει πράξη τις διαχρονικές (προφανώς) επιθυμίες της Βασίλισσας της Καρδιάς, που με περίσσια χάρη έχουν μεταλαμπαδευτεί στις νεότερες γενιές. «Off with their heads!», λοιπόν, μόνο που εδώ δεν είναι παραμύθι η ιστορία, αλλά θρίλερ. Από τα ξεχασμένα μεν, αλλά τόσο γοητευτικά δε.

Η Λούσι Χάρμπιν, αφού σκοτώνει με τσεκούρι τον άντρα της και την ερωμένη του (!), εισάγεται σε ψυχιατρικό άσυλο. Είκοσι χρόνια μετά, έχοντας υποστεί όλων των ειδών τις θεραπείες, κρίνεται κατάλληλη για να επιστρέψει στην κοινωνία, οπότε πηγαίνει να ζήσει στη φάρμα του αδελφού της. Εκεί επανασυνδέεται με την οικογένειά της και πάνω απ’ όλα με την κόρη της, Κάρολ, μοναδική αυτόπτη μάρτυρα των δολοφονιών που είχε διαπράξει η μητέρα της. Άπαντες την υποδέχονται με ζεστασιά και κατανόηση, με την κόρη της να κάνει τα πάντα ώστε να τη βοηθήσει να έχει μια όσο το δυνατόν πιο ομαλή μετάβαση στη νέα της ζωή, αγοράζοντάς της ρούχα και κοσμήματα που θα την κάνουν να νιώσει νέα ξανά. Η Λούσι, όμως, σύντομα αρχίζει να εμφανίζει επιληπτικές κρίσεις από το εγκληματικό παρελθόν της, κάνοντας τον γιατρό που την παρακολουθεί να σκέφτεται σοβαρά να τη στείλει πίσω στο ίδρυμα. Πριν προλάβει να μετουσιώσει σε πράξη την «απειλή» του, βρίσκεται νεκρός με το κεφάλι του κομμένο από… τσεκούρι. Με τα πτώματα να στοιβάζονται τριγύρω από το όμορφο αγρόκτημα, η οικογένεια αρχίζει να υποπτεύεται πως η ενοχλητική συνήθεια της Λούσι, να αποκεφαλίζει κόσμο, έχει επανακάμψει. Ακόμα και η ίδια, μάλιστα, δεν φαίνεται να είναι σίγουρη για την αθωότητα ή την ενοχή της, φοβούμενη πως, πια, τρελάθηκε οριστικά και αμετάκλητα.

Η Τζόαν Κρόφορντ ερχόταν από την τεράστια επιτυχία του «Τι Απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν;» (1962), που έδωσε πνοή στη δοκιμαζόμενη τότε καριέρα της, αν και μόνο πρόσκαιρα όπως αποδείχθηκε. Από όλες τις μετέπειτα εμφανίσεις της, οι οποίες έγιναν σχεδόν αποκλειστικά σε δεύτερης διαλογής θρίλερ, ετούτη είναι σίγουρα η πιο αξιομνημόνευτη. Διόλου παράξενο που ο σκηνοθέτης του φιλμ είναι ο βασιλιάς αυτής της κατηγορίας παραγωγών, ο Γουίλιαμ Κασλ, ο οποίος έχοντας βλέψεις να πετύχει κάτι τόσο σπουδαίο όσο το… «Ψυχώ», ανέθεσε το σενάριο στον Ρόμπερτ Μπλοχ, τον συγγραφέα του βιβλίου στο οποίο βασίστηκε η ταινία τού Χίτσκοκ. Θέμα σύγκρισης ασφαλώς και δεν μπορεί να τεθεί, πλην όμως η παραγωγή του Κασλ κρύβει αναμφισβήτητο fun, με τις αρετές της να ξεπερνούν τους… λάθος λόγους απόλαυσης που μπορεί κανείς να φανταστεί. Η ιστορία φρίκης και τρόμου που αναπτύσσεται εδώ, εμβαθύνει στις ανασφάλειες που μπορεί να έχει κάποιος σε ό,τι αφορά τη θέση του στο κοινωνικό σύνολο, με τρόπο που δεν έχει να ζηλέψει και πολλά από τα πρωτοκλασάτα φιλμ του ψυχολογικού δράματος.

Η Κάρολ ζει ευτυχισμένα υπό την προστασία των θείων της σε ένα ήσυχο περιβάλλον, ασχολείται με το αγαπημένο της hobby της γλυπτικής, ενώ ετοιμάζεται να παντρευτεί τον γιο της πιο πλούσιας οικογένειας της περιοχής. Η Λούσι, και στις δύο εκδοχές στις οποίες εμφανίζεται, ως πληγωμένη μαγκιόρα γκόμενα στην αρχή, αλλά και σαν ψυχικά ασθενής στη συνέχεια, απέχει από το να χαρακτηριστεί το πλέον επιθυμητό κοινωνικό πρότυπο. Διόλου παράξενο που οι καλοβαλμένοι μελλοντικοί συμπέθεροί της αρχίζουν να έχουν επιφυλάξεις για τον επικείμενο γάμο του γιου τους άμα τη εμφανίσει της, ενώ μέχρι τότε παρουσιάζονταν ως ιδιαιτέρως ένθερμοι οπαδοί της ένωσης των ερωτευμένων νέων εις σάρκαν μίαν. Αρχικά, η επιστροφή της μητέρας στο σπίτι όχι μόνο δεν φαίνεται να προβληματίζει την Κάρολ, αλλά – αντιθέτως – λειτουργεί σαν ένα είδος περαιτέρω ευτυχίας στην ευημερία της τέλειας ζωής της. Τη φροντίζει και την περιποιείται όσο δεν πάει, έχοντας αφήσει πίσω της τις μνήμες του στυγνού εγκλήματος το οποίο είδε με τα ίδια της τα μάτια, αντιλαμβανόμενη τις δυσκολίες προσαρμογής που αντιμετωπίζει η Λούσι. Είναι, όμως, το μαρτύριο της επιστροφής στην τρέλα, που γρήγορα κάνει τη συμβίωσή τους προβληματική, ενώ το γεγονός ότι κεφάλια του περιγύρου τους αρχίζουν να… φεύγουν από τη θέση τους, δεν διευκολύνει την κατάσταση.

Ασφαλώς και η ψυχική ασθένεια χρησιμοποιείται εδώ ως μέσο εκμετάλλευσης για την «εύκολη» σκιαγράφηση ενός serial killer, έστω με το ακαταλόγιστο που μπορεί να κρύβουν οι πράξεις του, καταφέρνει όμως να δείξει με πειστική ακρίβεια το επώδυνο της εξοικείωσης ενός θεραπευμένου (θεωρητικά) φρενοβλαβούς με τις φυσιολογικές συνθήκες διαβίωσης. Η προσπάθεια αποπλάνησης του αρραβωνιαστικού της Κάρολ από τη Λούσι, αλλά και ο τρόμος της στην ιδέα και μόνο ενός γεύματος γνωριμίας στην πλούσια οικία των πεθερικών της κόρης της, είναι εξόχως χαρακτηριστικές. Εδώ, όμως, δεν μιλάμε πρωτίστως για κάποιο ψυχολογικό θρίλερ που σκοπό έχει να εντρυφήσει στα ψυχικά ενδότερα ενός άρρωστου ατόμου (αν και το καταφέρνει μια χαρά). Οι δολοφονίες με το τσεκούρι είναι το κλου της υπόθεσης, καθώς προσδίδουν την B-movie αύρα του φιλμ, σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη του.

Γυρίζοντάς τις με τέτοιον τρόπο ώστε να αποκρύπτεται το φτωχό budget της παραγωγής, ο Κασλ με τη βοήθεια του έμπειρου φωτογράφου του Άρθουρ Άρλινγκ (ήδη κάτοχος βραβείου Όσκαρ για το «Θρύλοι του Δάσους» του 1946) χρησιμοποιεί μια τεχνική που παραπέμπει σε γοτθικό τρόμο. Επιλέγει (για την πλειονότητα των αποκεφαλισμών) να «μιλήσει» μέσω των σκιών στους τοίχους, δίχως να απεικονίζει ίχνος αληθινής βίας, αφήνοντας έτσι χώρο στη φαντασία του θεατή, να συμπληρώσει εκείνος το αίμα που επιδεικτικά απουσιάζει. Στις περιπτώσεις που η τεχνική αυτή διαφοροποιείται (ένεκα ποικιλίας, ίσως), το αποτέλεσμα δεν κρύβει τα ταπεινά του μέσα, προσφέροντας όμως μια τουλάχιστον σκηνή ανθολογίας, όταν ένα από τα κεφάλια που πέφτουν είναι τόσο ξεδιάντροπα ψεύτικο, που ούτε σε… κούκλα βιτρίνας δεν θα μπορούσε να σταθεί. Αλλά αυτά έχουν ελάχιστη σημασία! Το θέμα εδώ είναι τα κεφάλια να κυλήσουν, όχι να είναι αληθοφανή. Ο δε ελληνικός τίτλος τονίζει (σε μορφή spoiler) πως αυτό θα συμβεί τουλάχιστον πέντε φορές…

TRIVIA

  • Ο Μίτσελ Κοξ, ο οποίος υποδύεται τον γιατρό που κουράρει τη Λούσι, δεν ήταν ηθοποιός, αλλά ο αντιπρόεδρος της Pepsi, εταιρείας στην οποία η Κρόφορντ ήταν μέτοχος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου! Υπάρχει, μάλιστα, μια κούτα αναψυκτικών της φίρμας σε κάποια από τις πρώτες σκηνές του φιλμ, σε εμφανέστατο σημείο. Ο Σμαραγδής θα ήταν υπερήφανος.
  • Η Κρόφορντ είχε τον απόλυτο έλεγχο τόσο του σεναρίου όσο και του καστ, απολύοντας την Ανν Χελμ, η οποία είχε πάρει αρχικά τον ρόλο της Κάρολ, και φέρνοντας στη θέση της την Νταϊάν Μπέικερ, που γνώριζε από προηγούμενη συνεργασία τους.
  • Στο έκτο επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς «FEUD: Bette and Joan» (2017), που αφορά την αντιπαλότητα της Τζόαν Κρόφορντ με την Μπέτι Ντέιβις, υπάρχει αναφορά στις συνθήκες προώθησης της ταινίας, για τις ανάγκες της οποίας η Κρόφορντ εμφανιζόταν σε κινηματογραφικές αίθουσες που την πρόβαλλαν, κραδαίνοντας τσεκούρι! Την Κρόφορντ υποδύεται η Τζέσικα Λανγκ, ενώ τον Γουίλιαμ Κασλ (σε σύντομη εμφάνιση) ο σκηνοθέτης Τζον Γουότερς!
  • Από τις πρώτες εμφανίσεις του σημαντικού καρατερίστα Τζορτζ Κένεντι, νικητή βραβείου Όσκαρ δεύτερου ανδρικού ρόλου λίγα χρόνια αργότερα, για τον «Μεγάλο Δραπέτη» (1968).
  • Το μοναδικό Όσκαρ που κέρδισε η Τζόαν Κρόφορντ στην καριέρα της ήταν για το νουάρ δράμα «Θύελλα σε Μητρική Καρδία» (1945), όπου κατά σύμπτωση υποδυόταν μια μάνα που είχε θέματα με την κόρη της.
  • Τα credits που διαδέχονται την εναρκτήρια σεκάνς είναι αληθινό έργο Τέχνης, καθώς τα ονόματα των συντελεστών πέφτουν με φόντο μια σειρά ψυχελεδικών, μακάβριων πινάκων ζωγραφικής, οι οποίοι κατά έναν τρόπο βάζουν τον θεατή στο κλίμα της ιστορίας της Λούσι.
  • Στους τίτλους τέλους, το πασίγνωστο σήμα της Columbia εμφανίζεται… αποκεφαλισμένο!

MORE CULT

DETROIT ROCK CITY

«Kiss the rules goodbye.»

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

«To the police - Stop me. Find me and stop me. I'm going to do it again.»

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΔΥΟ ΚΟΣΜΩΝ

«IT'S OUT OF THIS WORLD! Earthmen on a fabulous, peril-journey into outer space!»

ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

«Lived any good books lately?»

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

«He was never in time for his classes... He wasn't in time for his dinner... Then one day... he wasn't in his time at all.»